PC1512

Amstrad PC: Το home PC της Ευρωπης

vinieta-featureΤο φθινόπωρο του 1986 κυκλοφόρησε ένας από τους πιο σημαντικούς υπολογιστές, για την παγκόσμια κυριαρχία του προτύπου IBM-PC. Έναν υπολογιστή που κακώς η ιστορία το σνομπάρισε κι ας αποτέλεσε το πιο εμπορικό PC στην Ευρώπη. Κι ας ήταν εκείνο που έκανε τον τύπο αυτό συμβατών πιο προσιτό στην οικιακή χρήση από κάθε άλλο μοντέλο. Το κυριότερο, σχεδόν αποσιώπησε το ότι παρόλο που ήταν φθηνός, υπήρξε ένα αναμφίβολα πρωτοποριακό μηχάνημα για τα δεδομένα των 80s. Αναφερόμαστε στον Amstrad PC-1512, ο οποίος μαζί με το αδερφό μοντέλο PC-1640, κατέλαβαν το 25% της ευρωπαϊκής αγοράς υπολογιστών. Δηλαδή ένας στους τέσσερις υπολογιστές κάθε είδους που πωλούνταν στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν Amstrad PC!

Βρισκόμαστε στο 1985, στην αυγή του «πολέμου των κλώνων«. Τα IBM-PC συμβατά παραμένουν πανάκριβα και η ευρωπαϊκή αγορά δεν είναι ακόμη ώριμη να υποστηρίξει μία εταιρεία κατασκευής τέτοιων συστημάτων. Ταυτόχρονα όμως βρισκόμαστε και στο μέσο της ανθηρής και παραγωγικής περιόδου της Amstrad, βετανικής εταιρείας που ειδικεύεται στους προσιτούς home computers. Ο Άλαν Σούγκαρ, πρόεδρος της Amstrad αποφασίζει να αποτολμήσει το εγχείρημα κατασκευής ενός IBM-PC συμβατού, πιστό στη φιλοσοφία της εταιρείας του, και να το προωθήσει πέρα από την στενή επαγγελματική αγορά και στους οικιακούς χρήστες. Έτσι, το PC-1512 (PC σειράς 1, με μνήμη 512ΚΒ) σχεδιάζεται το 1986 με προσοχή ώστε να γίνουν οι κατάλληλες περικοπές κόστους και ταυτόχρονα η σύνθεσή του να είναι όσο το δυνατόν πιο πλήρης. Για την ακρίβεια πληρέστερη εκείνης ενός τυπικού IBM-PC/XT.

Το GEM της Digital Research προσαρμόστηκε ειδικά για τον PC-1512, με αποτέλεσμα ο Amstrad να διαθέτει το πρώτο PC συμβατό της αγοράς με παραθυρικό περιβάλλον χρήσης.

O πρώτος περιορισμός κόστους γίνεται στον ίδιο τον πυρήνα του μηχανήματος, το BIOS. Αντί της συντηρητικής προσέγγισης των πολλαπλών chip της ΙΒΜ, η Amstrad σε συνεργασία με την MEJ Electronics (σ.σ. η ίδια εταιρεία που κατασκευάζει τα ηλεκτρονικά των CPC και PCW) συγκεντρώνει όλα τα κυκλώματα σε ένα ολοκληρωμένο. Μία δεύτερη επιτυχία στις συμφωνίες που κλείνει ο Σούγκαρ για τον PC-1512 είναι εκείνη που αφορά το λειτουργικό σύστημα, το οποίο προμηθεύεται από την Digital Research και δεν περιορίζεται απλώς στην έκδοση του DR-DOS, αλλά περιλαμβάνει και το γραφικό περιβάλλον χρήσης GEM που έχει εξελιχθεί πριν τα Windows και βρίσκεται ήδη σε υπολογιστές της Atari. Βλέποντας οι υπεύθυνοι της Digital Research στον PC-1512 έναν συμβατό με τεράστιες προοπτικές, όχι μόνο προσφέρουν το πακέτο DR-DOS/GEM σε πολύ συμφέρουσα τιμή, αλλά επιπλέον προσαρμόζουν το δεύτερο ειδικά για τον εν λόγω υπολογιστή. Η συμφωνία αυτή αποδεικνύεται κίνηση Ματ για την Amstrad, καθώς η Microsoft θορυβείται και ρίχνει κατακόρυφα την προσφορά της, με αποτέλεσμα ο τελικός PC-1512 που κυκλοφορεί στην αγορά περιλαμβάνει και τις δύο εκδόσεις DOS (DR-DOS Plus, MS-DOS 3.3).

Σε ό,τι αφορά την κατασκευή του συστήματος, οι επιλογές της Amstrad ήταν απλές και ευφυείς. Πρώτα απ’ όλα συγκέντρωσε σχεδόν όλα τα chip πάνω στο ίδιο PCB (τυπωμένο κύκλωμα) και όχι με τη μορφή των καρτών επέκτασης, όπως συνέβαινε στην περίπτωση της ΙΒΜ. Κατά δεύτερον, το τροφοδοτικό μετακόμισε από την κύρια μονάδα στο μόνιτορ. Κάτι που είχε ως συνέπεια τη μείωση της θερμοκρασίας στο εσωτερικό του κουτιού, άρα και τη μη αναγκαιότητα ύπαρξης ανεμιστήρα. Άρα και περαιτέρω μείωση του κόστους και -το κυριότερο- ήσυχη λειτουργία.

H CGA κάρτα γραφικών του Amstrad PC-1512 ήταν τροποποιημένη ώστε να αποδίδει 16 χρώματα σε υψηλή ανάλυση.

Ύστερα από όλα αυτά η τελική τιμή του PC-1512 καταφέρνει να συμπιεστεί ακόμη και κάτω από τις 400 λίρες, ποσόν αδιανόητο για την αγορά των IBM-PC συμβατών και μάλιστα χωρίς να γίνει η παραμικρή παραχώρηση από πλευράς εξοπλισμού. Το σύστημα της Amstrad διέθετε πλουσιοπάροχη για την εποχή μνήμη RAM, μεγέθους 512ΚΒ, συνοδευόταν από στάνταρ μόνιτορ και μία τροποποιημένη έκδοση της CGA κάρτας γραφικών, ώστε να αποδίδει περισσότερα χρώματα σε υψηλή ανάλυση. Εκεί που μία συμβατική CGA στα 640×200 pixels μπορούσε να εμφανίσει μόλις 2 χρώματα, ο PC-1512 στην ίδια ανάλυση εμφάνιζε 16 xρώματα. Οι επιλογές πρόσθετου εξοπλισμού που είχε ο αγοραστής στη διάθεσή του περιλάμβαναν, δεύτερη μονάδα floppy disk 5,25», σκληρό δίσκο 10 ή 20ΜΒ και έγχρωμη οθόνη (14 αντί 12 ιντσών). Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και με την πλουσιότερη δυνατή σύνθεση, η τιμή του διατηρούνταν κάτω από τις 1.000 λίρες, την εποχή που ο φθηνότερος IBM-PC/XT κόστιζε στη Μεγ. Βρετανία σχεδόν 1.500 λίρες!

Την επιτυχία του PC-1512 ήρθε να συμπληρώσει το 1987, ο PC-1640 με την περισσότερη μνήμη RAM, την κάρτα γραφικών EGA και το σκληρό δίσκο μεγέθους έως και 30ΜΒ.

Ωστόσο δεν ήταν τα πάντα ρόδινα για το εξαιρετικό κατά τ’ άλλα PC της Amstrad. Πρώτα από όλα, αυτό που κανείς δεν περίμενε να συμβεί, ότι δηλαδή η αγορά θα προτιμούσε τα ακριβότερα μοντέλα με σκληρό δίσκο, συνέβη. Η παραγωγή της αντίστοιχης σύνθεσης δεν κατάφερνε να καλύψει τη ζήτηση, τη στιγμή που οι αγοραστές αντιλαμβάνονταν πόσο άξιζε η επένδυση στο σκληρό δίσκο, όταν το PC είναι τόσο φθηνό. Το κυριότερο όμως ζήτημα που είχε να αντιμετωπίσει ο PC-1512 ήταν η εχθρότητα μεγάλου μέρους του ειδικού Τύπου, ο οποίος ευθύς εξαρχής δεν είδε με καλό μάτι την τόσο χαμηλή τιμή αγοράς, χαρακτηρίζοντας το σύστημα «φθηνιάρικο«. Έτσι, δημιουργήθηκε η φήμη ότι οι περικοπές του κόστους οδηγούσαν σε προβλήματα λειτουργίας που χειροτέρευαν από την έλλειψη συστήματος ψύξης στην κύρια μονάδα. Μία φήμη που δεν σχετιζόταν με την πραγματικότητα, αλλά κατάφερε να εξοργίσει τον Άλαν Σούγκαρ που φοβόταν ότι θα του κοστίσει σε πωλήσεις. Ενώ λοιπόν ο PC-1512 δεν χρειαζόταν ανεμιστηράκι, η Amstrad πρόσθεσε ένα στην έκδοση με το σκληρό δίσκο (PC-1512HD). Έχει μείνει ιστορική η ρήση του Σούγκαρ προς τους δημοσιογράφους:

«Είμαι ρεαλιστής και η εταιρεία μου βασίζεται στο μάρκετινγκ. Άρα αν η διαφορά μεταξύ των ανθρώπων που δεν αγοράζουν ένα μηχάνημα με εκείνους που το αγοράζουν βασίζεται σε ένα ανεμιστηράκι, θα το βάλω το ρημαδιασμένο. Κι αν θέλουν και ροζ βούλες, θα τις βάλω και αυτές. Τι νόημα έχει να κοπανάω το κεφάλι μου στον τοίχο, λέγοντας «δεν χρειάζεσαι το αναθεματισμένο ανεμιστηράκι, αγάπη μου»;»

Τα PC της Amstrad σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, και σε πωλήσεις και σε διάρκεια, στη χώρα μας, χάρη στην έξυπνη τιμολογιακή πολιτική της Amstrad Hellas.

Παρά τις όποιες αντιξοότητες, ο PC-1512 κατάφερε να γίνει τεράστια εμπορική επιτυχία και, σε συνδυασμό με το νεότερο μοντέλο PC-1640, με την περισσότερη μνήμη και την ενσωματωμένη κάρτα γραφικών EGA, σαρώνουν την ευρωπαϊκή αγορά. Στο ανώτερο σημείο των πωλήσεων, τα PC της Amstrad πέτυχαν να κατέχουν το απίστευτο 25% της συνολικής ευρωπαϊκής αγοράς υπολογιστών! Τα PC-1512 και PC-1640 αποτέλεσαν εξίσου σημαντικές επιτυχίες και στην ελληνική αγορά, όπου ούτως ή άλλως η Amstrad υπήρξε αγαπημένη εταιρεία τη δεκαετία του ’80. Με περαιτέρω πολιτικές προσφορών η Amstrad Hellas κατάφερε να διατηρήσει ψηλά τις πωλήσεις των δύο αυτών PC ακόμη και έως τις αρχές των 90s, μία πενταετία μετά την πρώτη κυκλοφορία τους κι ενώ ήδη είχαν εμφανιστεί οι διάδοχοί τους, οι οποίοι όμως ουδέποτε κατάφεραν να σημειώσουν την επιτυχία των PC-1512/1640.

Amstrad PC-1512

  • Έτος Κυκλοφορίας: 1986
  • Επεξεργαστής: Intel 8086 @ 8MHz
  • Μνήμη: 512KB
  • Γραφικά: CGA (τροποποιημένη) 640×200, 16 χρώματα
  • Οθόνη: Έγχρωμη CRT 12» (MD), Έγχρωμη CRT 14» (CD/ECD)
  • Θύρες Επέκτασης: 4xISA 8bit
  • Αποθηκευτικά μέσα: 5,25» 340KB FDD (SD), 2×5,25» FDD (DD), 1×5,25» FDD + 10MB/20MB HDD
  • Λειτουργικό Σύστημα: ΜS-DOS 3.2, GEM 2.0

Amstrad PC-1640

  • Έτος Κυκλοφορίας: 1987
  • Επεξεργαστής: Intel 8086 @ 8MHz
  • Μνήμη: 640KB
  • Γραφικά: EGA 640×350, 16 χρώματα/64 παλέτα
  • Οθόνη: Έγχρωμη CRT 12» (MD), Έγχρωμη CRT 14» (CD/ECD)
  • Θύρες Επέκτασης: 4xISA 8bit
  • Αποθηκευτικά μέσα: 5,25» 340KB FDD (SD), 2×5,25» FDD (DD), 1×5,25» FDD + 20MB/30MB HDD
  • Λειτουργικό Σύστημα: ΜS-DOS 3.2, GEM 2.0

Amstrad desktop PCs

Με τους PC-2000 η Amstrad περνά στο πρότυπο PC/AT και απαντά στα IBM PS-2. Η επιτυχία όμως των προηγούμενων μοντέλων δεν θα επαναληφθεί

Παρόλο που τα PC-1512/1640 είναι εκείνα που παρέμειναν ευρύτερα γνωστά, η Amstrad δεν σταμάτησε την παραγωγή desktop PC. Για την ακρίβεια, αμέσως μετά τον PC-1640 έγινε ακόμη πιο παραγωγική σε μοντέλα. Με τη σειρά PC-2οοο του 1988 περνάει στο πρότυπο PC/AT με επεξεργαστές 286 και 386, ενώ αλλάζει και το στάνταρ φορμά του floppy disk από τις 5,25» σε εκείνο των 3,5» που έχει αρχίσει να επικρατεί. Η σειρά PC-2000 θα βρεθεί απέναντι στα νέα IBM PS/2 σε επαγγελματικό ρόλο, και θα συμπληρωθεί το 1989 με τα φθηνότερα μοντέλα PC-1286/1386. Πλέον η VGA κάρτα γραφικών αποτελεί στάνταρ και για τα τρία μοντέλα της σειράς. Τα PC-2000 όμως δεν γνωρίζουν ποτέ την επιτυχία των προκατόχων τους, όπως και κάθε άλλο επόμενο μοντέλο Amstrad PC. Ο λόγος έχει να κάνει καταρχήν με την ατυχία της Amstrad να λανσάρει τα νέα PC με προβλήματα στις δισκέτες εγκατάστασης του DOS και των ελεγκτών του δίσκου. Αν και για κανένα από τα δύο δεν ευθυνόταν η ίδα, ενώ επιπλέον επιλύθηκαν και ταχύτατα, το γεγονός αποτέλεσε βούτυρο στο ψωμί του ανταγωνισμού, ο οποίος επιδίωξε και πέτυχε τη συνέχιση της αρνητικής (και συκοφαντικής) δημοσιότητας, αυτήν τη φορά με επιτυχία.

Η επαγγελματική σειρά PC-3000 διέθετε το πιο μεγάλο πλαίσιο από όλες, με τρία bays των 3,5», δύο των 5,25» και πέντε θύρες επέκτασης ISA

Από τη σειρά PC-2000 του 1989 και ως το 1995 η Amstrad επιδίδεται σε ένα κρεσέντο παραγωγής νέων μοντέλων, ακολουθώντας σιγά-σιγά την τάση της αγοράς που θέλει τα PC να συναρμολογούνται με βάση τις απαιτήσεις του πελάτη και όχι με στάνταρ συνθέσεις. Κάθε νέα σειρά φέρνει ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό, προκειμένου να καλύψει ευρύτερο αγοραστικό κοινό. Έτσι, οι επίσης επαγγελματικοί PC-3000 με τη συμβατική εμφάνισή τους, προσφέρουν περισσότερη επεκτασιμότητα και μεγαλύτερη συμβατότητα με περιφερειακά άλλων κατασκευαστών. Το μοναδικό μοντέλο της σειράς PC-4000, αποτελεί συνδετικό κρίκο των PC-3000 και PC-5000. Πρακτικά είναι ένας ενισχυμένος PC-3386 με περισσότερη μνήμη, στο μικρότερο κουτί του PC-5000 και με μικρότερη οθόνη 10» (αντί 12-14»).

Οι υπολογιστές της σειράς PC-5000 είχαν τη μορφή game-PC με ενσωματωμένη κάρτα γραφικών και joystick στην στάνταρ σύνθεση.

Η σειρά PC-5000, που περιλαμβάνει τα πιο κομψά από πλευράς σχεδιασμού desktop της εταιρείας, πλασάρεται ως game-PC, καθώς δεν διακρίνεται μεν για την επεκτασιμότητά της (σ.σ. μόνο δύο θύρες ISA), συνδυάζεται δε με στάνταρ joystick και κάρτα ήχου κατασκευής Amstrad, συμβατή με Adlib. Και η σειρά PC-6000 εκπροσωπείται από ένα μόνο μοντέλο και πρακτικά δεν διαφέρει σημαντιακά από τα προηγούμενα, καθώς αποτελεί απλώς την πρόταση της Amstrad με το νέο επεξεργαστή Intel 486SX (φθηνότερη έκοδση του 486, χωρίς τη μονάδα κινητής υποδιαστολής FPU).

Από εκεί και πέρα οι υπολογιστές της Amstrad χάνονται στη θάλασσα των «no name» PC συμβατών της δεκαετίας του 1990.

Η σειρά PC-9000 του 1993 περιλάμβανε τα πιο ισχυρά και πλούσια από πλευράς εξοπλισμού PC της Amstrad.

Οι σειρές PC-7000, 8000 και 9000 δεν έχουν να προσφέρουν κάτι ξεχωριστό, πέρα από τις πολλές εναλλακτικές σε επεξεργαστές, ποσότητα μνήμης και σκληρούς δίσκους, που πλέον αγγίζουν ακόμη και τα 600ΜΒ (ως έξτρα επιλογή). Εδώ να επισημάνουμε ότι το μοντέλο PC-7386 ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα, καθώς διέθετε την μητρική του ιδιόμορφου Mega PC, για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω. Το πιο ισχυρό PC της Amstrad, πριν αυτή αποσυρθεί από την αγορά συμβατών, είναι το PC-9555i, του 1995, με επεξεργαστή Pentium στα 75MHz και πληρέστατη σύνθεση που περιλαμβάνει CD-ROM 4x, κάρτα γραφικών SVGA με 1ΜΒ VRAM και κάρτα ήχου συμβατή με SoundBlaster. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το Integra, με παρόμοια σύνθεση και ενσωματωμένο TV tuner. Ήταν το τελευταίο PC της σειράς.

Συνολικά, τα PC της Amstrad σημείωσαν πωλήσεις της τάξης των 12 εκατομμυρίων κομματιών.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

  • PC-2086: 1988, 8086 @ 8MHz, 640KB RAM, VGA, 3,5» 720KB FDD (+ 30MB HDD)
  • PC-1286/2286: 1989, 286 @ 12MHz, 1MB RAM, VGA, 3,5» 720KB FDD, 40MB HDD
  • PC-1386/2386: 1989, 386 @ 20MHz, 1MB RAM, VGA, 3,5» 720KB FDD, 65MB HDD
  • PC-3086: 1990, 8086 @ 8MHz, 640KB RAM, VGA, 3,5»/5,25» FDD (+ 30MB HDD)
  • PC-3286: 1990, 286 @ 16MHz, 1MB RAM, VGA, 3,5»/5,25» FDD, 40MB HDD
  • PC-3386: 1990, 386SX @ 20MHz, 1MB RAM, VGA, 3,5»/5,25» FDD, 40-80MB HDD
  • PC-4386: 1990, 386SX @ 20MHz, 4MB RAM, VGA, 3,5»/5,25» FDD, 80MB HDD
  • PC-5086: 1991, 8086 @ 8MHz, 640KB RAM, VGA, 3,5» FDD (+ 40MB IDE HDD)
  • PC-5286: 1991, 286 @ 16MHz, 1MB RAM, VGA, 3,5» FDD, 40MB IDE HDD, Adlib
  • PC-5386: 1991, 386SX/DX @ 20/40MHz, 1MB RAM, VGA, 3,5» FDD, 40-85MB IDE HDD, Adlib
  • PC-6486: 1992, 486SX/DX/DX2 @ 20/33/66MHz, 4MB RAM, SVGA, 3,5» FDD, 105-120MB IDE HDD
  • PC-7286: 1992, 286 @ 16MHz, 1MB RAM, SVGA, 3,5» FDD, 40MB IDE HDD
  • PC-7386: 1992, 386SX @ 25MHz, 1MB RAM, SVGA, 3,5» FDD, 40-85MB IDE HDD
  • PC-7486: 1993, 486SLC @ 25/33MHz, 2MB RAM, SVGA, 3,5» FDD, 85MB IDE HDD
  • PC-8486: 1993, 486SX/DX @ 25/33MHz, 4MB RAM, SVGA, 3,5» FDD, 105-240MB IDE HDD
  • PC-9486/i: 1993, 486SX/SX2 @ 25/50MHz, 4MB RAM, SVGA, 3,5» FDD, 120-264MB IDE HDD, CD-ROM 4x, SoundBlaster
  • PC-9555i: 1995, Pentium @ 75MHz, 8MB RAM, SVGA (1MB), 3,5» FDD, 428MB IDE HDD, CD-ROM 4x, SoundBlaster
  • Integra: 1995, Pentium @ 75MHz, 8MB RAM, SVGA (1MB), 3,5» FDD, 545MB IDE HDD, CD-ROM 4x, SoundBlaster, TV tuner

Amstrad Portable PCs

Τα PPC είχαν ιδιόμορφο σχεδιασμό, με πλήρες πληκτρολόγιο ΑΤ, αλλά μικρή πράσινη LCD οθόνη. Εκτός από την μνήμη RAM, τα δύο μοντέλα διέφεραν και ως προς το χρώμα

Τo 1987, δηλαδή την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το PC-1640, η Amstrad προχώρησε σε ένα ακόμη μεγάλο βήμα, λανσάροντας τον πιο φθηνό φορητό PC/XT compatible της παγκόσμιας αγοράς. Πρόκειται για τον ιδιόμορφο PPC (Portable Personal Computer), ο οποίος διέθετε επεξεργαστή NEC V30, κλώνο του 8088, και κυκλοφόρησε σε δύο εκδόσεις των 512ΚΒ και 640ΚΒ. Η ιδιομορφία των PPC έγκειται στο γεγονός ότι ο σχεδιασμός τους βρισκόταν ανάμεσα στα portable («βαλίτσες») της εποχής και τα notebooks που αρχίζουν σιγά-σιγά να κάνουν την εμφάνισή τους στην αγορά. Κλειστός είχε τις διαστάσεις και το βάρος μικρής βαλίτσας. Ενώ ανοικτός παρείχε την εργονομία ενός desktop συστήματος, χάρη στο πλήρους διάστασης πληκτρολόγιο.

Κλειστό, το PPC είχε σχήμα μικρής βαλίτσας και βάρος που ξεκινούσε από τα 6 κιλά και μπορούσε να φτάσει έως και τα 10 (στην τσάντα του, μαζί με το τροφοδοτικό).

Από εκεί και πέρα όμως η προσπάθεια μείωσης του κόστους ήταν κάτι παραπάνω από ορατή. Κατ’ αρχήν η μικρή μονόχρωμη LCD oθόνη του ήταν μέτριας ποιότητας και δεν διέθετε backlight, κάνοντας τη χρήση της αδύνατη σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. Επίσης, ο PPC δεν διέθετε ενσωματωμένη επαναφορτιζόμενη μπαταρία, αλλά δεχόταν δέκα(!) αλκαλικές μπαταρίες τύπου C που του εξασφάλιζαν 8ωρη αυτονομία.  Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι οι PPC συνοδεύονταν από το λειτουργικό σύστημα με παραθυρικό περιβάλλον GEM, ενώ μόνο ο PPC-640 διέθετε ενσωματωμένο μόντεμ

Τρία χρόνια μετά τους PPC, η Amstrad προχώρησε με τρία ακόμη εγχειρήματα στο χώρο των φορητών PC, χωρίς όμως ιδιαίτερες αξιώσεις. Τα ALT και ACL ήταν πιο σύγχρονα εμφανισιακά από τους PPC, αλλά και πάλι με λαβή «βαλίτσας». Η κυριότερη διαφορά των δύο μοντέλων, καθώς μοιράζονταν τις PC/ΑΤ πλατφόρμες με επεξεργαστές 286/386, αφορούσε την οθόνη, η οποία στα μεν ALT ήταν μονόχρωμη, στο δε ACL έγχρωμη και μάλιστα τύπου TFT. Σε αντίθεση με τα PPC, οι οθόνες των notebooks της Amstrad διέθεταν backlight. Επίσης και ο σκληρός δίσκος αποτελούσε μέρος της στάνταρ σύνθεσης. Τελευταία προσπάθεια της εταιρείας στο χώρο των φορητών, ο ΑΝΒ386SX σε δύο εκδόσεις των 20 και 40ΜΗz. Ένα εξαιρετικά σπάνιο σήμερα σύστημα, καθώς οι πωλήσεις του ήταν χαμηλές, με σύγχρονη εμφάνιση laptop και περιορισμένο βάρος, το οποίο μόλις ξεπερνούσε τα 3 κιλά.

Οι τρεις τύποι notebooks της Amstrad από το νεότερο στον παλαιότερο (ANB, ACL και ALT).

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

  • PPC 512/640: 1987, NEC V30 @ 8MHz, 512/640KB RAM, CGA 640×200, LCD mono 9», 1-2 x 3,5» 720KB FDD, 45x23x10 cm, 6 kg
  • ALT 286/386: 1990, 286/386SX @ 16MHz, 1MB RAM, VGA 640×480, LCD mono 11», 3,5» 1,44MB FDD, 20/40MB HDD, 38x30x9,5 cm, 5 kg
  • ACL 386: 1991, 386SX @ 20MHz, 1MB RAM, VGA 640×480, LCD color TFT 11», 3,5» 1,44MB FDD, 60MB HDD, 38x30x9,5 cm, 5 kg
  • ANB 386: 1991, 386SX @ 20/40MHz, 1MB RAM, VGA 640×480, LCD mono 11», 3,5» 1,44MB FDD, 40MB HDD, 28×21,6×5,2 cm, 3,2 kg

Amstrad PC20

Amstrad PC20/Sinclair PC200. Η λανθασμένη επιλογή της Amstrad, μετά την εξαγορά και της Sinclair, να απαντήσει στους κυρίαρχους home computers Atari/Amiga, με ένα φτωχό σύστημα βασισμένο στο πρότυπο IBM-PC/XT.

Την 1989 η Amstrad προχώρησε σε ένα όχι τόσο έξυπνο εγχείρημα: να πλασάρει ένα home PC στο στυλ του Atari ST, βασισμένο στο hardware και τον εξοπλισμό των PPC. Το μοντέλο Amstrad PC20 (στην αμερικάνικη αγορά) ή Sinclair PC200 (στην ευρωπαϊκή αγορά) ήταν πρακτικά ένας PPC-512 χωρίς την LCD οθόνη. Καθώς απευθυνόταν στην αγορά των home computers, με τον ασθενικό 8088, τα μόλις 4 χρώματα της CGA (σ.σ. λιγότερα κι από εκείνα του Spectrum) και χωρίς κάρτα ήχου, ο PC20/200 ήταν καταδικασμένος σε αποτυχία. Ένας λόγος παραπάνω, καθώς ούτε τα καλά στοιχεία των IBM-PC πρόσφερε, αφού η επεκτασιμότητά του ήταν πρακτικά μηδενική, παρά τις δύο θύρες επέκτασης, που όμως για να χρησιμοποιηθούν απαιτούσαν να παραμένει ανοικτό το πλαστικό πλαίσιο του υπολογιστή. Μοναδικό του πρωτοποριακό στοιχείο -για PC- ήταν η δυνατότητα σύνδεσης στην τηλεόραση (αν και με μία επιβάρυνση της τάξης των 100 λιρών μπορούσε να συνοδευτεί από ασπρόμαυρο μόνιτορ της Amstrad).

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

  • Αmstrad PC20/Sinclair PC200: 1988, NEC V30 @ 8MHz, 512 RAM, CGA 640×200, 3,5” 720KB FDD

Amstrad Mega-PC

Στα τέλη του 1992, η Amstrad σε συνεργασία με την Sega, επιχείρησε να αντιγράψει την πλατφόρμα του Sega TeraDrive, το οποίο συνδύαζε το PC με την κονσόλα MegaDrive και πωλούνταν μόνο στην Ιαπωνία. Κλείνοντας συμφωνία με την ιαπωνική Sega, η Amstrad παρουσίασε την επόμενη χρονιά το Mega-PC. Ένα σύστημα με ανώτερα χαρακτηριστικά εκείνων του TeraDrive που προσέβλεπε στην μεγάλη διάδοση του MegaDrive εκείνη την εποχή, ώστε να δημιουργήσει ένα νέο κοινό στην ευρωπαϊκή αγορά (σ.σ. το Mega-PC προοριζόταν επίσης για την αγορά της Αυστραλίας). Η πραγματικότητα όμως απέδειξε ότι οι προσδοκίες ήταν υπερβολικές.

Στο Mega-PC συνυπήρχαν ένα PC βασισμένο στον 386SX και η παιχνιδομηχανή Sega MegaDrive, αλλά δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Επίσης συνοδευόταν από joystick, gamepad αλλά και ηχεία.

Δύο ήταν τα πιο σοβαρά λάθη της Amstrad. Η (αρχικά) υψηλή τιμή που άγγιζε τις 1.000 λίρες για ένα τεχνολογικά ξεπερασμένο σύστημα και η απουσία «επικοινωνίας» μεταξύ του PC με το MegaDrive, σε αντίθεση με το Sega TeraDrive όπου η παιχνιδομηχανή με τον υπολογιστή συνυπήρχαν σε επίπεδο λειτουργίας. Πρακτικά το Μega-PC ήταν ένα PC που φιλοξενούσε στο κουτί του κι ένα MegaDrive. Ως σύνθεση με βάση τον 386SX (και μόλις 1ΜΒ RAM) είχε ήδη ξεπεραστεί από τον ανταγωνισμό, όπου κυριαρχούσε ο 486DX/2 και στην κορυφή βρισκόταν ο Pentium. Οι ευθύς εξαρχής χαμηλές πωλήσεις οδήγησαν την εταιρεία σε μία γενναία διορθωτική κίνηση, ρίχνοντας την τιμή κατά 40%, αλλά η κατάσταση δεν βελτιώθηκε δραματικά. Οι βλέψεις για 400.000 πωλήσεις στην Ευρώπη μόνο για το 1994 ήταν μακριά από την πραγματικότητα και ούτε το νεότερο -πιο ισχυρό- μοντέλο Mega-PC Plus με επεξεργαστή Cyrix 486SLC και μνήμη 4ΜΒ μπόρεσε να αναστρέψει την κατάσταση.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

  • Αmstrad Μega-PC: 1993, 386SX @ 25MHz + Motorola 68000 @ 7,14MHz, 1MB RAM, SVGA 256KB VRAM, 3,5” FDD, 40MB HDD, Adlib
  • Αmstrad Μega-PC Plus: 1994, Cx486SLC @ 33MHz + Motorola 68000 @ 7,14MHz, 4MB RAM, SVGA 256KB VRAM, 3,5” FDD, 40MB HDD, Adlib

ΟΚΤΩ ΧΡΟΝΙΑ ΕΥΔΟΚΙΜΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Το Σεπτέμβριο του 1990, εκμεταλλευόμενος μία προσφορά της Amstrad Hellas, ο υπογράφων έγινε κάτοχος ενός Amstrad PC-1640 με έγχρωμο μόνιτορ και 20άρη σκληρό δίσκο (μαζί με εκτυπωτή dot-matrix Amstrad DMP-3160). Μπορεί εκείνη την εποχή τα 8088/86 να είχαν σχεδόν αποσυρθεί από το προσκήνιο, με τον 80286 να κυριαρχεί στην μικρομεσαία κατηγορία PC, ωστόσο οι μόλις 160.000 δρχ. που κόστιζε (με την προσφορά) και με εξοπλισμό που θα απαιτούσε πάνω από 300 χιλιάδες για κάθε ανταγωνιστικό σύστημα, ο PC-1640 φάνταζε ιδεώδης για κάθε πρωτοετή φοιτητή που δεν είχε κερδίσει λαχείο.

Ο Amstrad έμεινε στα χέρια μου από το 1990 ως το 1992 χωρίς να παρουσιάσει το παραμικρό πρόβλημα κι έγινε βασικό σύστημα για την εκμάθηση Pascal και C, αλλά και για ουκ ολίγον gaming χάρη στην κάρτα γραφικών EGA που διέθετε. Τη δεύτερη χρονιά στριμώχτηκαν και τα Windows 3.0 στο σύστημα, αλλά δεν θα έλεγα ότι «πέταγαν». Απλώς… κινούνταν απροβλημάτιστα. Το σημαντικότερο μειονέκτημά του υπήρξε η μετριότατης ποιότητας έγχρωμη EGA οθόνη του και -το χειρότερο- την αδυναμία πρακτικά να αλλαχτεί με μία καλύτερη του εμπορίου, αφού φιλοξενούσε το τροφοδοτικό του υπολογιστή. 

Όταν έφυγε από την κατοχή μου και για τα επόμενα έξι χρόνια εργαζόταν νυχθημερόν σε οικογενειακή επιχείρηση (ως το 1998), για κάθε μορφής λογιστική εργασία και πάλι χωρίς να παρουσιάσει το παραμικρό πρόβλημα λειτουργίας. Πριν λίγα χρόνια -και με αλλαγή των μπαταριών του BIOS- ο εν λόγω Amstrad ξανάναψε, χωρίς δισταγμό, έχοντας παραμείνει για μία δεκαετία και πλέον στο κουτί του. Διόλου ευκαταφρόνητη απόδοση για ένα PC που του είχαν κολλήσει τη ρετσινιά του «φθηνιάρικου». – Π.Π.

ΠΗΓΕΣ

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s