Atlas

07/ 12/ 1962 | Manchester Atlas

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 07 Δεκεμβρίου 1962, μπαίνει σε λειτουργία ένας από τους πρώτους supercomputers της ιστορίας και ανάμεσα στους ισχυρότερους της εποχής του. Πρόκειται για τον Atlas, κατασκευασμένο από το 1956 έως το 1962 σε συνεργασία του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ με την εταιρεία Ferranti. Ο εν λόγω υπολογιστής ήταν τόσο ισχυρός για την εποχή του που λέγεται -ως αστεϊσμός- ότι όταν σταμάτησε να λειτουργεί, χάθηκε η μισή επεξεργαστική ισχύς της Μεγάλης Βρετανίας.

H τυπική διάταξη ενός συστήματος Atlas
H τυπική διάταξη ενός συστήματος Atlas

Ο Atlas ξεκίνησε να σχεδιάζεται το 1956 στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ με τον τίλο MUSE, με στόχο την επίτευξη του μαγικού αριθμού του 1 εκατ. πράξεων το δευτερόλεπτο. Η Ferranti μπαίνει στην κατασκευή του MUSE το 1960, οπότε και ο υπολογιστής μετονομάζεται σε Atlas. Το τελικό αποτέλεσμα, ένας supercomputer δεύτερης γενιάς με τρανζίστορ γερμανίου, πλησίασε αρκετά τον πρωταρχικό στόχο, καθώς ο χρόνος για μία προσθαφαίρεση άγγιζε το 1,4 μsec. Για τις δε πράξεις κινητής υποδιαστολής, ο πολλαπλασιασμός απαιτούσε 4,6 μsec και η διαίρεση 13,6 μsec. Λέγεται ότι την εποχή του, η ισχύς του Atlas ήταν ισοδύναμη με εκείνη 4 συστημάτων ΙΒΜ 7094 και λίγο χαμηλότερη εκείνης του ΙΒΜ Stretch, του ταχύτερου υπερυπολογιστή στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Το διάγραμμα λειτουργίας του Atlas Supervisor
Το διάγραμμα λειτουργίας του Atlas Supervisor

Ο Atlas ήταν κατασκευασμένος με το σκεπτικό ότι θα χρησιμοποιούνταν από δεκάδες χρήστες (φοιτητές-ερευνητές) ταυτόχρονα, με σύστημα καταμερισμού χρόνου. Στόχος ήταν η μείωση του κόστους και η ύπαρξη μεγάλου μεγέθους διαθέσιμης μνήμης σε τρία επίπεδα (κεντρική μνήμη 96 ΚΒ τύπου μαγνητικού πυρήνα, 576 ΚΒ μνήμη μαγνητικού τυμπάνου και μαγνητικές ταινίες της ΙΒΜ). Επίσης διέθετε πάνω από 100 καταχωρητές. Οι χρήστες εργάζονταν σε ένα προστατευμένο περιβάλλον γλώσσας μηχανής και το διαμοιρασμό αναλάμβανε ένα από τα πρώτα λειτουργικά συστήματα της ιστορίας, το Atlas Supervisor. Μέσω αυτού γινόταν η κατανομή των πόρων, με ένα αρκετά εκλεπτυσμένο σύστημα που έδινε πρόσβαση στους διάφορους χρήστες, από τον πυρήνα έως και τις μαγνητικές ταινίες, για την εκτέλεση των ρουτίνων τους. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί, ότι οι μαγνητικές ταινίες ήταν τότε μία αρκετά νέα εφαρμογή αποθήκευσης. Οι μονάδες της ΙΒΜ που χρησιμοποιούσε ο Atlas είχαν τέσσερις ταχύτητες περιστροφής, με ανώτερη εκείνη των 10 ιντσών το δευτερόλεπτο. Με δεδομένο ότι η πυκνότητα δεδομένων ήταν της τάξης των 100 bits ανά ίντσα, προκύπτει ότι η μέγιστη ταχύτητα μεταφοράς ήταν 1.000 bits/sec.

Ο Atlas παρέμεινε σε λειτουργία έως το 1974, ενώ, εκτός του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, τρία ακόμη τέτοια συστήματα εγκαταστάθηκαν: ένα στην ΒΡ, ένα στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου κι ένα ακόμη στο Atlas Computer Center της Οξφόρδης. Το 1964 κατασκευάστηκε και μία ακόμη αναβαθμισμένη έκδοση του Atlas, o TitanAtlas 2). Οι διαφορές τους ήταν μικρές και περιορίζονταν σε ένα ένα σύστημα μερισμού του χρόνου και διαφορετική οργάνωση της μνήμης. Δύο συνολικά συστήματα Titan λειτούργησαν ως το 1976, στην Διεύθυνση Ατομικών Όπλων της Μεγάλης Βρετανίας και το Κέντρο CAD του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ.