Ακτινογραφία του iAPX 432. Τα δύο ολοκληρωμένα που τον συναποτελούσαν, ενσωμάτωναν 97.000 τρανζίστορ.

19/ 02/ 1981 | Intel iAPX 432

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 19 Φεβρουαρίου 1981, παρουσιάζεται ο 32μπιτος επεξεργαστής iAPX 432 της Intel. Μία υπερφιλόδοξη προσπάθεια της Intel που ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και κατέληξε σε ένα προβληματικό αποτέλεσμα που αποδείχτηκε πιο αργό ακόμη κι από τον 16μπιτο 80286.

Ακτινογραφία του iAPX 432. Τα δύο ολοκληρωμένα που τον συναποτελούσαν, ενσωμάτωναν 97.000 τρανζίστορ.
Ακτινογραφία του iAPX 432. Τα δύο ολοκληρωμένα που τον συναποτελούσαν, ενσωμάτωναν 97.000 τρανζίστορ.

Ήδη από την εποχή που η Intel κατασκεύασε τον 8μπιτο 8080 έβαλε σαν στόχο την υλοποίηση ενός πανίσχυρου επεξεργαστή, σχεδιασμένου με γνώμονα την ικανοποίηση των απαιτήσεων των γλωσσών προγραμματισμού υψηλού επιπέδου. Η περιορισμένη διευθυνσιοδότηση των 8μπιτων επεξεργαστών για τους προσωπικούς υπολογιστές αποτελούσε πρόβλημα και οι τεχνικοί της εταιρείας στράφηκαν στη φιλοσοφία των mainframes, διαπιστώνοντας παράλληλα ότι ήταν απαραίτητη η ολοκλήρωση στα 32 bit. Ωστόσο ο Νόμος του Μουρ ήταν αμείλικτος κι εκείνη την εποχή θα ήταν εξαιρετικά ριψοκίνδυνο να αποτολμήσουν ένα τόσο μεγάλο κατασκευαστικό άλμα. Γι’ αυτό και παράλληλα -ευτυχώς τόσο για την Intel όσο και για την αγορά προσωπικών υπολογιστών- συνεχίστηκε η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής x86.

Η Intel ωστόσο δεν εγκατέλειψε το αρχικό της σχέδιο κσι προχώρησε την εξέλιξη του iAPX 432 στις αρχές της  δεκαετίας του ’80, με στόχο μάλιστα να αντικαταστήσει εντελώς τους x86 επεξεργαστές. Ήταν όμως και πάλι νωρίς για ένα τέτοιο σχέδιο, με την πολυπλοκότητα του 32μπιτου αυτού επεξεργαστή να οδηγεί σε μία καταστροφική επιλογή. Αντί να συρικνωθεί η αρχιτεκτονική σε ένα τσιπάκι, ο κεντρικός επεξεργαστής «επεκτάθηκε» σε δύο ολοκληρωμένα κυκλώματα. Ένα για την μεταφορά και αποκωδικοποίηση των μικροεντολών, κι ένα για την εκτέλεσή τους. Το iAPX 432 ακολούθησε την ακριβώς αντίθετη λογική από την αρχιτεκτονική RISC και αποκαλέστηκε από την ομάδα σχεδιασμού του «micromainframe«. Τα δύο τσιπάκια που το συναποτελούσαν ενσωμάτωναν 97.000 τρανζίστορ, σε μία εποχή που ένας τυπικός 16μπιτος επεξεργαστής δεν ξεπερνούσε τα 40.000 τρανζίστορ.

Παρά τον πρωτοποριακό του σχεδιασμό, στην πράξη ο iAPX 432 αποδείχτηκε πολύ αργός. Οι επιδόσεις του ήταν υποδεέστερες του 80286, αγγίζοντας μόλις τα 2 MIPS στα 8 MHz. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, ενώ αρχικά σχεδιαζόταν για να λειτουργήσει στα 10 MHz, ο iΑΡΧ 432 κυκλοφόρησε σε εκδόσεις των 4, 5, 7 και 8 MHz. Ο λόγος των χαμηλών επιδόσεων ήταν ακριβώς η χρήση δύο ξεχωριστών ολοκληρωμένων για την κεντρική επεξεργασία. Αυτό σήμαινε ότι στον πυρήνα της επεξεργασίας παρεμβαλλόταν το συμβατικό «σύρμα» της μητρικής πλακέτας, κάτι που καθυστερούσε θεαματικά τις διεργασίες που κανονικά θα έπρεπε να εκτελούνται μέσα στο ολοκληρωμένο κύκλωμα.

Συνεπώς, η εμπορική αποτυχία του iΑΡΧ 432 υπήρξε προδιαγεγραμμένη και σε κανένα σημείο δεν απείλησε την μακροημέρευση της αρχιτεκτονικής x86.