Η δεκαετια της Βρετανικης Αυτοκρατοριας

vinieta-featureΓενάρης του 1980. Λιλιπούτειος φθηνός πλαστικός υπολογιστής, με ένα στοιχειώδες πληκτρολόγιο-μεμβράνη που κάνει σχεδόν αδύνατη την πληκτρολόγηση και χωρίς κανέναν άνοιγμα για εξαερισμό μίας πλακέτας που πυρακτώνεται κατά τη λειτουργία της. Το όνομά του ZX80 και η προέλευσή του, μία βρετανική εταιρεία που ειδικεύεται στα κομπιουτεράκια και τα ηλεκτρονικά ρολόγια. Ένα κακοσουλούπωτο και φθηνιάρικο κατασκεύασμα θα γίνει το θεμέλιο για το χτίσιμο μίας Αυτοκρατορίας στους οικιακούς υπολογιστές που θα διατηρήσει τη λαμπρότητά της για σχεδόν δέκα χρόνια.

zx80
Sinclair ZX80: Ο πρώτος βρετανικός -και γενικότερα ευρωπαϊκός- home computer και επίσης ο κατά πολύ φθηνότερος από κάθε άλλο οικιακό υπολογιστή της εποχής του.

Τα 80s ήταν αναμφίβολα η δεκαετία των home computers. Εκείνων των συσκευών που έφεραν την πληροφορική στα σπίτια εκατομμυρίων οικογενειών στον κόσμο και βοήθησαν στη μετατροπή του υπολογιστή από ένα μηχάνημα για ειδικούς, σε μία ακόμη συσκευή οικιακής χρήσης και διασκέδασης. Σαν την τηλεόραση και το στερεοφωνικό. Αν και, όπως σε όλους τους τομείς της βιομηχανίας των υπολογιστών, οι ΗΠΑ είχαν την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια αγορά, οι home computers έγιναν το πεδίο όπου η Βρετανία μπόρεσε να θυμηθεί το «αυτοκρατορικό» της παρελθόν. Υπολογιστές όπως ο Sinclair Spectrum και οι Amstrad CPC κατέκλυσαν την ευρωπαϊκή αγορά και σε πολλές περιπτώσεις κατάφεραν να εκτοπίσουν ακόμη και τα μεγαθήρια της Commodore από την κορυφή των πωλήσεων.

Great Britain

Σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι τρεις ήταν οι ισχυρότερες βρετανικές εταιρείες -και όχι μόνο στις πωλήσεις- με την κάθε μία στο δικό της τομέα να βάζει τη σφραγίδα της στη δεκαετία του ’80. Από τη μία η Sinclair που όρισε -στην Ευρώπη τουλάχιστον- το τι είναι οικιακός υπολογιστής και κυρίαρχησε στην αγορά. Από την άλλη η Amstrad, η οποία, παρόλο που δεν πρωτοπόρησε, υπήρξε ο πιο δραστήριος Βρετανός κατασκευαστής σχεδόν σε όλες τις μορφές προσωπικού υπολογιστή (γραφείου, επαγγελματικού, οικιακού) . Και τρίτη, αλλά ίσως και σημαντικότερη, η καινοτόμος Acorn, που έθεσε τα θεμέλια της αρχιτεκτονικής RISC ως σταθερά -στο μέλλον- σε εκατομμύρια ηλεκτρονικές συσκευές.

SINCLAIR RESEARCH

Το 1980, η εταιρεία του Σερ Κλάιβ Σινκλέρ (τότε Science of Cambridge), παρουσιάζει το πρώτο πραγματικά προσιτό και πλήρες home computer, με τιμή που δεν ξεπερνά το ψυχολογικό όριο των 100 λιρών: τον ΖX80 (όνομα προερχόμενο από τον επεξεργαστή Zilog Z80 που χρησιμοποιήθηκε). Για να υπάρχει μία τάξη μεγέθους, στην αμερικάνικη αγορά η τιμή του ΖΧ80 ήταν μικρότερη των 200 δολαρίων, τη στιγμή που ένας Tandy TRS-80 κόστιζε 600 δολ. κι ένας Commodore PET 800 δολ. (περιλαμβάνοντας όμως και οθόνη). Βέβαια, με αυτά τα λεφτά έπαιρνες έναν υπολογιστή που θύμιζε πλαστικό παιχνίδι, χωρίς ήχο, χωρίς γραφικά και με μόλις 1 ΚΒ μνήμης. Η αρχή όμως είχε γίνει. Κι αν τα 100.000 κομμάτια που πούλησε ήταν ικανά για να δώσουν το πράσινο φως για το διάδοχό του, μόλις ένα χρόνο αργότερα, τα 1,5 εκατ. των πωλήσεων του ΖΧ81, ο οποίος δεν ήταν κάτι παραπάνω από έναν εμφανίσιμο ΖΧ80, φέρνουν άμεσα την Sinclair στην κορυφή των Άγγλων κατασκευαστών και ανάμεσα στις εταρείες υπολογιστών πρώτης γραμμής όλου το κόσμου.

Αν και η εποχή της Βρετανικής βιομηχανίας υπολογιστών έχει ήδη ανατείλει το 1981 με τον ΖΧ81, τη μεγάλη ώθηση θα δώσει ένα χρόνο μετά ο ZX Spectrum. Σε σχέση με τους προκατόχους του, τα ΖΧ80 και ΖΧ81, ο Spectrum ήταν ο πρώτος πραγματικά πλήρης home computer, διαθέτοντας ήχο και γραφικά και όχι πλέον τις εντελώς βασικές προδιαγραφές. Το κωδικό του όνομα, κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού του, ήταν ΖΧ82, κάτι που υποδηλώνει ότι γεννήθηκε σαν εξέλιξη του προκατόχου του. Αν και βασιζόταν στην ίδια πλατφόρμα hardware (επεξεργαστής Ζilog Z80) ήταν ένα εντελώς νέο σύστημα που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τους νέους home computers που έκαναν την εμφάνισή τους και ήταν σαφώς ανώτεροι τεχνολογικά και ποιοτικά από τον ΖΧ81. Ο Σίνκλερ είχε σαν στόχο του να αντιμετωπίσει τα μοντέλα BBC της ανταγωνίστριας Acorn. Τα κατάφερε και με το παραπάνω.

Το τετράχρωμο αυτοκόλλητο, "σήμα κατατεθέν" του ZX Spectrum
Το τετράχρωμο αυτοκόλλητο, «σήμα κατατεθέν» του ZX Spectrum

O ZX Spectrum θα γίνει συνώνυμο του οικιακού υπολογιστή και η ναυαρχίδα της βρετανικής βιομηχανίας. Πολυάριθμοι ανταγωνιστές θα τον έχουν τα επόμενα χρόνια ως σταθερά για τα δικά τους μοντέλα, ενώ δεκάδες άλλοι -κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη- θα τον αντιγράψουν. Όσο ο ZX Spectrum βρίσκεται στην ιδιοκτησία της Sinclair, θα παρουσιαστούν τέσσερα μοντέλα στην αγορά: Spectrum 16 και 48Κ, το 1982, Spectrum+, το 1984 και Spectrum 128 το 1985. Με τον τελευταίο μάλιστα, εκτός των 128ΚΒ της μνήμης, ο Spectrum για πρώτη φορά αποκτά αξιοπρεπείς δυνατότητες στον τομέα του ήχου, με τρία κανάλια και MIDI. Όταν, το 1986, η Sinclair θα περάσει στα χέρια της Amstrad, η τελευταία θα εισάγει δύο ακόμη μοντέλα στην αγορά, τους Spectrum +2 (με ενσωματωμένο κασετόφωνο) και Spectrum +3 (με ενσωματωμένο floppy disk), τα οποία όμως δεν θα έχουν την επιτυχία των προκατόχων τους. Ωστόσο, θα παραμείνουν στην παραγωγή έως και το 1992, βοηθώντας να ξεπεράσει ο συνολικός αριθμός των πωλήσεων του Spectrum, τα 5 εκατ. αντίτυπα.

Έχοντας στη βαλίτσα του την τεράστια εμπορική επιτυχία του Spectrum, ο Σερ Κλάιβ Σινκλέρ επιχειρεί το 1984 το μεγάλο άλμα, με τον QL (Quantum Leap). Ένας προσωπικός υπολογιστής, βασισμένος στο ισχυρό 16μπιτο επεξεργαστή 68000 της Motorola (με «κομμένο» δίαυλο στα 8 bit) που στοχεύει στην αγορά των IBM-PC και Macintosh. Ισχυρότερος από τον πρώτο και θεαματικά φθηνότερος από τον δεύτερο, θεωρητικά ο QL είχε τα φόντα να τους ανταγωνιστεί σε επίπεδο προσωπικής και επαγγελματικής χρήσης. Όμως, μία σειρά από λάθη και αποτυχίες θα μετατρέψουν τον QL στο πιο αποτυχημένο εγχείρημα της Sinclair. H πολύ φθηνή κατασκευή του που δεν έπειθε τους επαγγελματίες, το αμφιλεγόμενα και -αρχικά- προβληματικά microdrives που δεν έπειθαν τους κατασκευαστές software να το υποστηρίξουν και το γεγονός ότι ο πρωτοποριακός QL φάνταζε «εξωτικό φρούτο» στους παραδοσιακούς πελάτες, τους νεαρούς χρήστες του Spectrum, αποτέλεσαν συνδυαστικά τους λόγους της αποτυχίας. Το 1985, η πολύ χαμηλή ζήτηση στη Μεγάλη Βρετανία οδήγησε στη διακοπή της εκεί παραγωγής του. Με την εξαγορά της Sinclair από την Amstrad, τον Απρίλιο του 1986, κλείνει οριστικά το κεφάλαιο QL, μετά από περίπου δυόμισι χρόνια και 150.000 πωλήσεις.

ACORN COMPUTERS

Η Αcorn Computers μπήκε στην αγορά των home computers λίγο μετά τη Sinclair. Ήταν άλλωστε εταιρεία που ιδρύθηκε από πρώην μηχανικό της τελευταίας. Αναμφίβολα, η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της Acorn Computers στην ιστορία των υπολογιστών, είναι η είσοδος της RISC αρχιτεκτονικής στους προσωπικούς υπολογιστές, με τον πρωτοποριακό Acorn Archimedes. Πριν φτάσει όμως σε αυτόν, η Acorn βρέθηκε στην κορυφή της βρετανικής βιομηχανίας, δίπλα στη Sinclair με πολυάριθμα μοντέλα home computer.

Το 1980 η Acorn παρουσιάζει τον πρώτο home computer της, στα πρότυπα του TRS-80 και με προδιαγραφές ελαφρώς ισχυρότερες του ΖΧ80 (2ΚΒ RAM, έγχρωμα γραφικά και μονοκάναλος ήχος). Ο Atom πρακτικά “χτίστηκε” πάνω στο Acorn Microcomputer -ένα ημιεπαγγελματικό κιτ, του 1979, για ερευνητές και μηχανικούς- με την ενσωμάτωση της πλακέτας του στην κύρια μονάδα-πληκτρολόγιο. Ο Atom διατέθηκε και ως κιτ προς 120 λίρες, ή ως συναρμολογημένος υπολογιστής προς 170 λίρες.

BBC Micro

Το πρώτο μεγάλο βήμα της Acorn θα γίνει τον επόμενο χρόνο, όταν το BBC την επιλέγει για την ανάπτυξη ενός υπολογιστή-προτύπου για χρήση στα σχολεία. Έτσι γεννήθηκε το BBC Micro, που βρήκε μεν ευρύτατη χρήση στο βρετανικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά ταυτόχρονα αποτέλεσε έναν ανταγωνιστικό home computer που κατάφερε να πουλήσει 1,5 εκατ. κομμάτια. Ο BBC Micro βασιζόταν στον επεξεργαστή MOS 6502 και διέθετε δύο μοντέλα: Α (με 16 ΚΒ RAM) και Β (με 32 ΚΒ RAM), τσιπ γραφικών Motorola 6845 (256×160/16 χρώματα ως 640×256/2 χρώματα) και 4κάναλο ήχο με speech synthesis. Κάτι ιδιαίτερα πρωτοποριακό για την εποχή και την κατηγορία. Για την ίδια εκπαιδευτική χρήση στα σχολεία της Μεγάλης Βρετανίας,  τo 1986, η Acorn εισήγαγε το διάδοχο μοντέλο BBC Master, με αναβαθμισμένο επεξεργαστή MOS 65C102 στα 2 MHz και πολύ περισσότερη μνήμη (έως και 512 ΚΒ). Ωστόσο, ο Master παρουσίαζε προβλήματα συμβατότητας με τον προκάτοχό του και δεν έκανε αντίστοιχη εμπορική επιτυχία. Παρόλα αυτά, παρέμεινε για χρόνια στην παραγωγή, ενώ ακόμη και τη δεκαετία του ’90, τα σχολεία της Μεγάλης Βρετανία χρησιμοποιούσαν BBC Master.

Παράλληλα όμως, η Acorn δεν εγκατέλειψε την μαζική αγορά των home computers. O Electron υπήρξε μία “ελαφριά” έκδοση του BBC Micro (Model B) που ήρθε το 1983 να αντικαταστήσει τον Atom. Διέθετε την ίδια σύνθεση με τον BBC, αλλά με δύο μόνο κανάλια ήχου και χωρίς του ελεγκτές για μονάδες δίσκου. Με αυτές τις περικοπές, η τιμή του παρέμεινε κάτω από τις 200 λίρες ώστε να μπορεί να ανταγωνιστεί τον παντοδύναμο ZX Spectrum της Sinclair. O Electron υπήρξε ένα από τα πλέον επιτυχημένα μοντέλα της Acorn, φτάνοντας ακόμη στην τρίτη θέση των πωλήσεων στη βρετανική αγορά. Ωστόσο η επιτυχία των 8μπιτων home computers ξεφουσκώνει το 1984 και μαζί με αυτή τα έσοδα της Acorn Computers, με αποτέλεσμα η εταιρεία να περάσει στα χέρια της Olivetti, το 1985.

Οι επεξεργαστές ARM υπήρξαν η μεγαλύτερη ίσως συνεισφορά της βρετανικής τεχνολογίας στην καταναλωτική αγορά υπολογιστών και φορητών συσκευών.

Το σύστημα όμως που θα σφραγίσει την ιστορία της Acorn είναι ο  «Αρχιμήδης» . Το πρώτο και πιο επιτυχημένο δείγμα εφαρμογής τεχνολογίας RISC (Reduced Instruction Set Computing) σε προσωπικό υπολογιστή και αναμφίβολλα το καλύτερο δείγμα της βρετανικής τεχνολογίας υπολογιστών. Όταν, ήδη από το 1983, η εταιρεία άρχισε να μελετά την επόμενη γενιά της σειράς BBC, έκρινε ότι ο 8μπιτος MOS 6502 ήταν ξεπερασμένος και είχε φτάσει στα όρια της αξιοποίησής του. Τόλμησε λοιπόν να επενδύσει στην πολλα υποσχόμενη αρχιτεκτονική RISC και, σε συνεργασία με την VLSI Technology, αρχίσει την ανάπτυξη του ARM (Acorn RISC Machine). Ο πρώτος επεξεργαστής σε τελική (εμπορική) μορφή ήταν ο ARM2 που ολοκληρώθηκε το 1986 και χρησιμοποιήθηκε στο νέο, πολυδιαφημισμένο και κορυφαίων επιδόσεων, σύστημα Archimedes.

Σε μία εποχή που οι επιδόσεις του επεξεργαστή Motorola 68000 που χρησιμοποιείται σε Amiga και Atari ST δεν ξεπερνά τα 0,8 MIPS (σε 32μπιτα δεδομένα) και του Intel 80286 των πιο ισχυρών PC τα 2,6 MIPS, ο ΑRM2 του Archimedes αποδίδει από 4,5 έως 4,8 ΜIPS σταθερά σε όλα τα benchmark test. Ενδεικτικό της υπεροχής αυτής είναι το γεγονός ότι ο Archimedes, χωρίς να διαθέτει ξεχωριστή GPU, όπως το Blitter της Amiga, μπορεί όχι μόνο να την ανταγωνιστεί στα 2D κινούμενα γραφικά (σ.σ. sprites), αλλά να την προσπεράσει κατά πολύ στα 3D graphics ακόμη κι αν ο κώδικας είναι φτιαγμένος σε BASIC!

To εγχείρημα των επεξεργαστών ARM στέφεται από επιτυχία και κεντρίζει το ενδιαφέρον πολλών άλλων κατασκευαστών. Μέσω συνεργασιών και νέων εταιρικών σχημάτων, οι ARM γίνονται τις επόμενες δεκαετίες μία από τις κυριότερες επιλογές για φορητά και embedded συστήματα. Η παρακαταθήκη της Acorn Computers φαίνεται και μόνο από το γεγονός ότι το 2005, το 98% των κινητών που πωλήθηκαν διέθεταν επεξεργαστή ARM.

Η Acorn θα συνεχίσει την προσπάθεια στους προσωπικούς  υπολογιστές, τη δεκαετία του ’90, ακόμη κι όταν το πρότυπο ΙΒΜ-PC έχει επικρατήσει στην αγορά. Τελευταίο της εγχείρημα ήταν ο RISC PC ή “Μέδουσα“, ο υπολογιστής δηλαδή που διαδέχτηκε τον Archimedes το 1994 και επιχείρησε (ανεπιτυχώς) να ανταγωνιστεί τους ΙΒΜ-PC συμβατούς, ενσωματώνοντας και δεύτερο επεξεργαστή x86 (486 ή Pentium). H Acorn επιχείρησε να προχωρήσει την ιδέα περαιτέρω με τον RISC PC-2 ή “Φοίβη“, το 1998, αλλά το Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς το πρόγραμμα εγκαταλείφθηκε στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης (διάσπασης) της εταιρείας.

AMSTRAD

H Amstrad, εταιρεία του Σερ (από το 2000) Άλαν Σούγκαρ, στην αυγή της δεκαετίας του ’80 διαθέτει ήδη δεκαετή παρουσία στα συστήματα hi-fi και τις τηλεοράσεις. Φημισμένη για τα προσιτά της προϊόντα, η Amstrad δεν αποτελούσε καινοτόμο εταιρεία, αλλά μία βιομηχανία που γνώριζε πολύ καλά πώς να ελιχθεί καλύπτοντας τις νέες τάσεις στις καταναλωτικές ανάγκες προϊόντων τεχνολογίας. Και το κυριότερο, να το κάνει φθηνά.

Έτσι λοιπόν, παρόλο που η εταιρεία μπαίνει στην αγορά home computers αργότερα από όλους τους ανταγωνιστές της, καταφέρνει ταχύτατα να σκαρφαλώσει στην κορυφή δίπλα στην Sinclair, την οποίας μάλιστα τη γραμμή κατασκευής θα εξαγοράσει το 1986, μόλις δύο χρόνια μετά την είσοδό της σε αυτήν την αγορά. Ο πρώτος οικιακός υπολογιστής της Amstrad έρχεται το καλοκαίρι του 1984 και αποτελεί το πρώτο από τα τρία συνολικά μέλη της σειράς CPC. Πρόκειται για τον Amstrad CPC-464, ένα σύστημα τεχνολογικά παρόμοιο με τον ZX Spectrum, αλλά με πολύ ανώτερο εξοπλισμό και επιδόσεις. Ήταν το πρώτο σύστημα «all-in-one» που παρουσιάστηκε από βρετανό κατασκευαστή, ακολουθώντας το πρότυπο του Commodore PET. Με λίγα λόγια, ο CPC-464 ενσωμάτωνε κασετόφωνο στην μονάδα-πληκτρολόγιο και συνοδευόταν από στάνταρ (έγχρωμο ή μονόχρωμο-πράσινο) μόνιτορ. Με μέτρια ποιότητα, αλλά παραπάνω από ικανοποιητική αξιοπιστία, ο CPC-464, χάρη στην πολύ προσιτή τιμή του, καταφέρνει αμέσως να πλασαριστεί στην κορυφή των πωλήσεων.

Οι Amstrad CPC είχαν, στα μέσα της δεκαετίας του '80, πολύ επιτυχημένη εμπορική πορεία και στη χώρα μας
Οι Amstrad CPC είχαν, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πολύ επιτυχημένη εμπορική πορεία και στη χώρα μας

Θα τον ακολουθήσουν μέσα στην επόμενη χρονιά, δύο ακόμη μοντέλα με floppy disk drive, αντί για κασετόφωνο: το βραχύβιο CPC-664 που πρακτικά θα αντικατασταθεί λίγους μήνες αργότερα από το CPC-6128. Το τελευταίο -και ανώτερο μοντέλο- της σειράς, κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1985, και διέθετε 128ΚΒ μνήμης, αν και τα ανώτερα 64ΚΒ μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο ως RAM disk. Επιπλέον, η αντικατάσταση του κασετοφώνου από FDD -της ιδιόμορφης διάστασης των 3 ιντσών- έδωσε τη δυνατότητα στην Amstrad να τον εφοδιάσει με το λειτουργικό σύστημα CP/M, στο βασικό εξοπλισμό του. Κάτι που έδωσε τη δυνατότηα στην αγορά να προσαρμόσει δεκάδες επαγγελματικές εφαρμογές CP/M για τον CPC. Κατά συνέπεια, το 1985, οι CPC-664/6128 ήταν οι πιο πλούσια εξοπλισμένοι home computers κι έμπαιναν με αξιώσεις στα χωράφια των προσωπικών υπολογιστών.

Η επιτυχία της σειράς CPC θα πιστοποιηθεί από τις πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 2 εκατομμύρια κομμάτια, κυρίως στην Ευρώπη. Τα συστήματα της Amstrad θα γίνουν ιδιαίτερα αγαπητά στην Ισπανία και τη Γαλλία, ενώ ο CPC-6128 ήταν ο πρώτος βρετανικής κατασκευής υπολογιστής που ξεκίνησε την «καρίερα» του από τις ΗΠΑ. Σε μία εποχή μάλιστα, που η αμερικάνικη αγορά αντιμετώπιζε με εχθρότητα τους υπολογιστές που κατασκευάζονταν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η υποστήριξη σε λογισμικό και παιχνίδια υπήρξε ανάλογη των υπολογιστών της Sinclair και της Commodore, κι επιπλέον με πολυπληθέστατη γκάμα εφαρμογών σχεδιασμένων στις τοπικές αγορές όπου κυκλοφόρησαν τα Amstrad CPC (μεταξύ των οποίων και αρκετές ελληνικές).

To 1986, η Amstrad θα εξαγοράσει, προς 5 εκατ. λίρες, τη γραμμή παραγωγής της Sinclair και το στοκ των Spectrum και QL. Έχοντας καταφέρει να εισπράξει το αντίτιμο μόνο από την πώληση του στοκ, επιχειρεί να δώσει νέα πνοή στον ξεπερασμένο πια ZX Spectrum. Έτσι, την ίδια κι όλας χρονιά «παντρεύει» τη σειρά CPC με τον Spectrum 128, παρουσιάζοντας τα μοντέλα Spectrum +2 και +3, με ενσωματωμένο κασετόφωνο και FDD, αντίστοιχα. Όμως είναι πολύ αργά για να επαναληφθεί η επιτυχία του εμβληματικού οικιακού υπολογιστή της Sinclair.

Η Amstrad, ανάμεσα στα άλλα, υπήρξε και ο μοναδικός βρετανός κατασκευαστής home computers που έκανε ένα -αποτυχημένο- πέρασμα από τις παιχνιδομηχανές. Ο GX4000 ήταν μία κονσόλα βασισμένη στον 464/6128 plus, που ήταν αδύνατο να αντιπαρατεθεί στις 16μπιτες παιχνιδομηχανές της Sega και της Nintendo.

Η Amstrad, όπως και οι περισσότεροι βρετανοί κατασκευαστές, δεν πέρασε ποτέ στην εποχή των 16bits. Αντιθέτως, προσπάθησε να τονώσει λίγο ακόμη την αγορά των 8μπιτων home computers, χωρίς επιτυχία, το 1990. Οι δύο τελευταίοι οικιακοί υπολογιστές της εταιρείας, ήταν οι 464 και 6128 plus. Τα εντελώς ανασχεδιασμένα CPC, παραμένουν στον πυρήνα τους 8μπιτοι υπολογιστές βασισμένοι στον Ζ80, ωστόσο οι επιδόσεις τους συγκρίνονται με τους ανώτερους 16μπιτους ανταγωνιστές τους. Διαθέτουν πλούσια παλέτα 4.096 χρωμάτων, υποστήριξη sprites και scrolling σε επίπεδο hardware και αναβαθμισμένο κύκλωμα ήχου. Το 1990 όμως σχεδόν καμία εταιρεία κατασκευής παιχνιδιών δεν υποστηρίζει τις παλαιότερες 8μπιτες πλατφόρμες, με αποτέλεσμα για τα νέα μοντέλα της Amstrad να κυκλοφορήσουν τίτλοι που μετριούνταν στα δάκτυλα. Κάτι που οδήγησε μοιραία στην ταχύτατη και άδοξη ολοκλήρωση της παραγωγής τους.

Oι μοναδικοί υπολογιστές γραφείου της σειράς PCW, σχεδιασμένοι σχεδόν αποκλειστικά για επεξεργασία κειμένου, αποδείχτηκαν ένα επιτυχημένο στοίχημα της Amstrad.

Ωστόσο, η Amstrad δεν είχε την μοιραία πορεία των περισσότερων βρετανών κατασκευαστών της δεκαετίας του ’80, οι οποίοι με τον ερχομό των Amiga και Atari ST και τη στροφή προς τους προσωπικούς υπολογιστές, οδηγήθηκαν σε πτώχευση ή εξαγορά. Η εταιρεία κατάφερε για μία δεκαετία και πλέον να κυριαρχήσει σε όλο το φάσμα των υπολογιστών (για προσωπική πάντα χρήση). Το 1985, παράλληλα με τους CPC, επένδυσε σε έναν ιδιόμορφο υπολογιστή: τον PCW. Οι PCW δανείστηκαν τη φιλοσοφία και την τεχνολογία των CPC, αλλά σχεδιάστηκαν αποκλειστικά για χρήση γραφείου, συνοδευόμενοι από στάνταρ εκτυπωτή, μονόχρωμο μόνιτορ και εφαρμογή επεξεργασίας κειμένου. Η ιδέα αποδείχτηκε πανέξυπνη, ικανοποιώντας τις τυπικές ανάγκες της πλειονότητας των γραφείων εταιρειών, με αποτέλεσμα, έως το 1998, οπότε παρέμεινε σε παραγωγή η σειρά PCW, οι συνολικές πωλήσεις να ξεπεράσουν τα 8 εκατομμύρια κομμάτια.

Πέρα όμως από τους PCW, η Amstrad, το 1987, πέτυχε άλλο ένα «τζάκ ποτ», κατασκευάζοντας τον πιο φθηνό και πλήρη IBM-PC συμβατό της παγκόσμιας αγοράς. Οι PC-1512 και 1640 κατέκλυσαν την αγορά, φτάνοντας στο ζενίθ τους να επιτύχουν το εξής μοναδικό: ένας στους τέσσερις υπολογιστές κάθε κατηγορίας που πωλούνταν στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν Amstrad PC. Περισσότερα όμως για αυτήν την ιστορία μπορείτε να διαβάσετε στο αναλυτικό άρθρο του Σαν Σήμερα, «Το home-PC της Ευρώπης»

ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ…

Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, το εναρκτήριο λάκτισμα για τη βρετανική βιομηχανία home computers το έδωσε η Sinclair, το 1980. Το πείραμα του πάμφθηνου ΖΧ80 ήταν επιτυχημένο κι ακολουθήθηκε από το ακόμη πιο επιτυχημένο -και εμπορικά πλέον- ΖΧ81. Το 1982, όταν πια κάνει και ο Spectrum την εμφάνισή του, και η εταιρεία του «θείου Κλάιβ» κοιτά στα ίσια τους Αμερικανούς ανταγωνιστές, είναι η χρονιά που αρχίζει η άνθιση των βρετανικών home computer. Μόνο αυτή τη χρονιά, παρουσιάζονται τρια μοντέλα από ισάρριθμες, μικρότερες εταιρείες:

Το πλέον πρωτοποριακό -αν και άτυχο- σύστημα, είναι εκείνο της Grundy. Ο NewBrain, μπορεί να κυκλοφόρησε τελικά το 1982, αλλά έχει ίδια ηλικία με τον ΖΧ80. Για να είμαστε ακριβέστεροι θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει αντί του ΖΧ80, καθώς ο σχεδιασμός του ξεκίνησε το 1978 από ομάδα της Sinclair Radionics, η οποία εκείνο τον καιρό βρισκόταν εν πολλοίς κάτω από κρατικό έλεγχο. Όμως, ο NewBrain δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει το όραμα του Κλάιβ Σινκλέρ, που ήταν ένας πολύ φθηνός υπολογιστής με βασικές δυνατότητες, για όλους. Με τον Σινκλέρ να εγκαταλείπει το σχήμα, η εξέλιξη του NewBrain συνεχίζεται, αυτή τη φορά με στόχο τον εκπαιδευτικό υπολογιστή που προορίζεται για το BBC. Αν και ως το 1981, ήταν βέβαιο ότι ο NewBrain θα ήταν ο BBC Micro, τελικά το βρετανικό τηλεοπτικό δίκτυο επιλέγει την τελευταία στιγμή την Acorn. Έτσι, μοιραία ο NewBrain, μέσω της εταιρείας Grundy που έχει στο μεταξύ ιδρυθεί, ξεκινά τη μοναχική του παρουσία το 1982. Ο λιλιπούτειος υπολογιστής κυκλοφόρησε σε τρεις παρόμοιες εκδόσεις, με και χωρίς ενσωματωμένη οθόνη μίας γραμμής και με ή χωρίς μπαταρία. Με αυτόν τον τρόπο κάλυπτε από τις βασικές ανάγκες ενός οικιακού υπολογιστή, έως τις επαγγελματικές με τη μορφή ενός φορητού συστήματος ικανού μάλιστα να τρέξει CP/M. Ο NewBrain διακρινόταν για τις μοναδικές ικανότητές του (για 8μπιτο σύστημα) στους υπολογισμούς κινητής υποδιαστολής, την πλούσια έκδοση BASIC που ενσωμάτωνε στη ROM του και το τεράστιο σετ ASCII χαρακτήρων (πάνω από 500), καλύπτοντας τόσο το λατινικό, όσο και το σλαβικό αλφάβητο και βέβαια το ελληνικό. Άλλωστε, ο κατά τ’ άλλα όχι και τόσο επιτυχημένος, και μοναδικός NewBrain, έγινε ιδιαίτερα αγαπητό μηχάνημα από «λίγους και εκλεκτούς» και στη χώρα μας.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς κυκλοφορεί από την Dragon Data, ένας ακόμη πολύ ισχυρός home computers κι ένας από τους λίγους που διανεμήθηκαν ταυτόχρονα σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Ο Dragon 32, μαζί με το αδελφό μοντέλο Dragon 64 που διέφεραν μόνο ως προς την μνήμη RAM (32 και 64 KB αντίστοιχα), ήταν ένα αρκετά παρόμοιο με τον Tandy TRS-80 Color Computer, βασισμένο στο ιδιαίτερα εξελιγμένο τσιπάκι 6809 της Motorola. Το 6809 αποτελούσε εξέλιξη του 6800 και παρά το χαμηλό χρονισμό του (μόλις 0,89 MHz) ήταν πολύ ισχυρότερο από το ανταγωνιστικό MOS 6502. Πρακτικά, ο Dragon μπορούσε να γίνει συμβατός με τον TRS-80 CoCo, αλλά με επεμβάσεις σε επίπεδο hardware. Τα συστήματα της Dragon απέκτησαν το κοινό τους σε όλο τον κόσμο και αξιοπρεπή υποστήριξη από τρίτους κατασκευαστές. Άλλο ένα σύστημα που έγινε αγαπητό στη χώρα μας, ενώ μάλιστα διατέθηκε από ομόνυμη αλυσίδα καταστημάτων – πρακτική που ακολουθήθηκε και σε άλλες χώρες του κόσμου.

Ο Jupiter ACE 4000 ήταν ένας καλύτερα σχεδιασμένος Jupiter ACE. Δεν μπόρεσε να κάνει τη διαφορά σε ένα φθηνό σύστημα χωρίς υποστήριξη, που απέτυχε τελικά εμπορικά.

To Σεπτέμβρη του 1982 παρουσιάζεται ένας ακόμη ιδιαίτερος υπολογιστής. Ο Jupiter ACE, φτιαγμένος από τους Στιβ Βίκερς και Ρίτσαρντ Αλτγουάσερ που βρίσκονταν στην ομάδα σχεδιασμού του ΖΧ Spectrum, στο software και το hardware αντίστοιχα, ήταν ο μοναδικός home computer που αντί της δημοφιλέστατης γλώσσας BASIC χρησιμοποιούσε την πολύ πιο μοντέρνα και ταχύτερη FORTH (σ.σ. στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο υπ’ αριθμόν 1 παράγοντας για την αγορά υπολογιστή ήταν ο προγραμματισμός). Οι σχεδιαστές του Jupiter ACE μετέφεραν τη φιλοσοφία των πρώτων μοντέλων της Sinclair (ΖΧ80/81), με αποτέλεσμα, εκτός από την παρόμοια εμφάνιση, ο Jupiter ACE να διαθέτει αντίστοιχο εξοπλισμό, αλλά και πολύ συγκρατημένη τιμή, που δεν ξεπερνούσε τις 90 λίρες.  Παρά τις πολύ χαμηλές προδιαγραφές του, η χρήση της πολύ εξελιγμένης FORTH μπορούσε να υπερβεί αρκετούς περιορισμούς, ενώ στην πράξη ήταν έως και δέκα φορές ταχύτερη στην εκτέλεση από ό,τι η BASIC. Σε μία εποχή όμως που οι home computers που κυκλοφορούν έχουν το λιγότερο 32 ΚΒ μνήμης και δυνατότητα απεικόνισης έγχρωμων γραφικών, ο «φτωχός» Jupiter ACE δεν θα μπορούσε να έχει καμία εμπορική ελπίδα. Οι δύο κατασκευαστές του δοκίμασαν να το διοχετεύσουν στην αμερικάνικη αγορά, από όπου τα μηνύματα ήταν πολύ αισιόδοξα. Ωστόσο, μόλις 500 κομμάτια πέρασαν τον Ατλαντικό, ενώ η παραγωγή του Jupiter ACE ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 1983, μετά από 5.000 συνολικά αντίτυπα.

Η διετία 1983-84 υπήρξε αναμφίβολα η πιο παραγωγική της βρετανικής βιομηχανίας. Εκτός από την Amstrad που μπαίνει στο παιχνίδι με μία ακόμη εμπορικά επιτυχημένη σειρά home computers βρετανικής κατασκευής, στην ίδια αγορά εισέρχονται τρεις ακόμη εταιρείες. H κληρονομιά που ήδη έχει δημιουργήσει ο Spectrum, περνά σε μία ακόμη νέα και επιτυχημένη παρουσία: τον Oric. Το 1983 o πρώτος από τους home computers της Oric, ο Oric 1, με προδιαγραφές και τιμή παρόμοια με εκείνες του ZX Spectrum 16/48K, καταφέρνει να πουλήσει 200.000 κομμάτια. Την επόμενη χρονιά μάλιστα, εμφανίζεται ο εμφανισιακά πιο μοντέρνος και ακόμη πιο επιτυχημένος Oric Atmos, που έρχεται να βελτιώσει κάποια τεχνολογικά προβλήματα νεότητας του Oric 1, και κυρίως τα bugs της ROM, ενώ αντικαθιστά και το λαστιχένιο πληκτρολόγιο του προκατόχου του, με ένα «κανονικό» (πλαστικό). Οι υπολογιστές της Oric αποκτούν ένα αξιοπρόσεκτο σετ περιφερειακών, μεταξύ των οποίων και floppy disks. Επιπλέον, η εταιρεία παρέχει την άδεια κατασκευής και σε βαλκανικές χώρες, που τότε ανήκουν στο λεγόμενο «ανατολικό μπλοκ», όπως η Γιουγκοσλαβία και η Βουλγαρία (Nova 64 και Pravetz 8D αντίστοιχα). Τη μεγαλύτερη επιτυχία όμως, εκτός Μεγ. Βρετανίας, οι υπολογιστές της Oric την έκαναν στη γειτονική Γαλλία, ξεπερνώντας συνολικά τις 100.000 πωλήσεις.

Ο Lynx, στην έκδοση των 128KB, προωθήθηκε ως υπολογιστής για επαγγελματίες, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Στις αρχές του 1983 κυκλοφορεί ένα ακόμη αξιοπρεπές σε προδιαγραφές, αλλά όχι τελικά επιτυχημένο, home computer. Το Lynx της Camputers υπήρξε ένας σκληροπυρηνικός home computer που δεν προοριζόταν για gaming, όσο για προγραμματισμό και χρήση γραφείου. Με μνήμη που μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 192 KB, ανάλογα με το μοντέλο, δυνατότητα χρήσης CP/M (σ.σ. απαιτούσε την αγορά εξωτερικού FDD) και εφοδιασμένος με πλουσιότατη έκδοση της BASIC, με αρκετές επιπλέον εντολές, ο Lynx ήταν ένας ισχυρός home computer που έμπαινε στα χωράφια των προσωπικών υπολογιστών. Όμως, χωρίς υποστήριξη sprites και ανυπαρξία ήχου, πέρα από ένα τυπικό beeper, ο Lynx θα είχε ελπίδες μόνο αν υποστηριζόταν από τις εταιρείες λογισμικού. Κάτι που δεν συνέβη, με αποτέλεσμα να διακοπεί η παραγωγή του ένα χρόνο αργότερα, έχοντας πουλήσει 30.000 αντίτυπα.

Την ίδια χρονιά, η Memotech, μία εταιρεία που εδρεύει στην Οξφόρδη και ως τότε κατασκευάζει περιφερειακά για τους υπολογιστές της Sinclair, τολμά κι αυτή να μπει στην αγορά home computers με τη σειρά MTX. Ένας πολύ μοντέρνος εμφανισιακά και απτής ποιότητας υπολογιστής, που αξιοποιεί το hardware του προτύπου MSX (επεξεργαστής Ζ80 και κυκλώματα γραφικών/ήχου της ΤΙ), αλλά δεν είναι συμβατός με αυτό. Οι υπολογιστές της Memotech δεν καταφέρνουν να διεισδύσουν στην αγορά και ένα χρόνο αργότερα η εταιρεία ενισχύει τη σειρά με τον RS128, που αντικαθιστά τον ΜΤΧ512, διαθέτοντας 128ΚΒ μνήμη και υποστήριξη CP/M (με κείμενο 80 στηλών), προσβλέποντας στους επαγγελματίες. Παρόλο που το σύστημα προσφέρεται με εφαρμογές επεξεργασίας κειμένου και λογιστικού φύλλου, δεν πετυχαίνει να συγκινήσει την αγορά, οδηγώντας τελικά τη Memotech στη χρεοκοπία.

Το 1985 εμφανίζονται σύννεφα στον ορίζοντα της Αυτοκρατορίας. Η επόμενη γενιά των 16μπιτων home computers εισβάλει από τις ΗΠΑ και αποτελεί θεαματικό άλμα σε σχέση με τους γηραιούς πλέον 8μπιτους. Οι βρετανικές εταιρείες, εκτός ελαχίστων δεν θα ακολουθήσουν, επιμένοντας στην ενίσχυση των δοκιμασμένων 8μπιτων λύσεων. Αντί για καινούρια μοντέλα, οι Βρετανοί απαντούν κατά κύριο λόγο με πιο ενισχυμένες εκδοχές των προηγούμενων υπολογιστών τους, όπως οι Spectrum 128, CPC-6128 και BBC Master. Εντωμεταξύ, ήδη από το 1984 η αγορά home computers έχει εμφανίσει σημάδια καθήλωσης, ενώ ήδη πολλές μικρές εταιρείες οδηγούνται στην πτώχευση.

Το ενσωματωμένο stick του Enterprise 64/128.

Στη διετία 1985-86, οπότε αρχίζει η κάμψη, παρουσιάζονται δύο ακόμη μοντέλα από μικρότερες εταιρείες, πάντα στα 8 bits. Πρώτα από όλα ο -κατά πολύ καθυστερημένος- Enterprise. Ίσως το πιο ισχυρό 8μπιτο σύστημα, που παρουσιάστηκε στα τέλη του 1983, αρχικά με το όνομα Elan, δημιουργώντας μεγάλο θόρυβο και αναμονή για τον Απρίλιο του 1984, το μήνα δηλαδή που προοριζόταν να αρχίσει η διάθεσή του στην αγορά. Η λίστα αναμονής έφτανε τις 80.000 προπαραγγελίες, αλλά ο Enterprise δεν άρχισε να παραδίδεται, παρά στις αρχές του 1985, όταν πια ήταν πολύ αργά. Με δύο εκδόσεις, στα 64 και 128 ΚΒ, ο Enterprise ήταν ένας 8μπιτος home computer, βασισμένος στον επεξεργαστή Ζ80, με κορυφαίες δυνατότητες στα γραφικά, εντυπωσιακή εμφάνιση και πλούσιο εξοπλισμό. Στη χαμηλή ανάλυση των 180×80 pixels χρησιμοποιούνταν και τα 256 χρώματα της παλέτας του, ενώ η υψηλότερη, από τις συνολικά 8 αναλύσεις, άγγιζε τα 672×512 pixels (με 2 χρώματα). Ο Enterprise ενσωμάτωνε stick 8 κατευθύνσεων και θύρα για ROM cartridge. Υπήρχε επίσης δυνατότητα σύνδεσης έως και 32 συστημάτων σε ένα δίκτυο. Ωστόσο, με τον ακόμη πλουσιότερο CPC 464 να κυκλοφορεί στην αγορά ήδη πολλούς μήνες πριν τον Enterprise και μάλιστα σε χαμηλότερη τιμή, ο αρχικός ενθουσιασμός δεν επαρκούσε για την επιτυχία του. Η μικρή Enterprise Computers δεν μπόρεσε να επιβιώσει του ανταγωνισμού κι έκλεισε το 1986. Έως τότε, ο Enterprise 64/128, αποτελώντας εμπορική αποτυχία, κατάφερε μόνο να χτίσει έναν ισχυρό πυρήνα στην Ουγγαρία, με 10.000 πωλήσεις.

To 1985, αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, περνάει και η Oric στα χέρια της γαλλικής Eureka. Η νέα ιδιοκτήτρια δοκιμάζει να αναθερμάνει το ενδιαφέρον της αγοράς, στα τέλη του 1986, με το Telestrat, ο οποίος δεν ήταν παρά ένας βελτιωμένος Oric Atmos με θύρες για ROM cartridges, μέσω των οποίων ο Telestrat μπορούσε να αξιοποιήσει επαυξημένες εκδόσεις της BASIC, MIDI, αλλά και να λειτουργήσει ως Videotex server (ανάλογο του teletext, με διάδοση στη Γαλλία). Παρόλο που το Δεκέμβρη του 1987 ανακοινώνεται ένα ακόμη μοντέλο, το Telestrat 2, η παραγωγή θα διακοπεί εντελώς τους επόμενους μήνες.

Oric Telestrat (1986)
Oric Telestrat του 1986. Ο τελευταίος Oric, υπό γαλλική πλέον ιδιοκτησία.

Τα επόμενα χρόνια επιβιώνουν δύο μόνο εταιρείες. Από τη μία η Amstrad, που έχει στο μεταξύ εξαγοράσει τη Sinclair, ενισχύοντας τη γκάμα της με επιτυχημένα IBM-PC και ειδικά επαγγελματικά μοντέλα της σειράς PCW. Από την άλλη η Acorn, που έχει όμως περάσει στον έλεγχο της Olivetti, είναι η μοναδική εταιρεία που θα επιχειρήσει να αντιπαρατεθεί με τα 16μπιτα μεγαθήρια της Atari και της Commodore, τολμώντας να επενδύσει στην πρωτοπόρο αρχιτεκτονική RISC, με τον Acorn Archimedes. Στο μεταξύ έχουν πτωχεύσει, η Dragon Data στα τέλη του 1984, η Memotech το 1985, η Camputers και η Enterpirse Computers το 1986.

Μία τελευταία αναλαμπή παρατηρείται το 1989 και ακούει στο όνομα SAM Coupe. Μία μικρή εταιρεία από το Σουόνσι, η MGT (Miles Gordon Technology) επιχειρεί να αναβιώση την αίγλη του Spectrum λίγο πριν τον ερχομό των 90s. Η MGT ειδικευόταν σε περιφερειακά του Spectrum και ο SAM Coupe ήταν η πρώτη της προσπάθεια για έναν ολοκληρωμένο υπολογιστή. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε σαν ένα Spectrum με αναβολικά που μάλλον απευθυνόταν σε νοσταλγούς, αφού απέναντι στην κυριαρχία των 16μπιτων Atari ST και Amiga δεν θα μπορούσε να έχει καμία τύχη. Ο SAM Coupe βασιζόταν σε μία αναβαθμισμένη έκδοση B του 8μπιτου επεξεργαστή της Z80, χρονισμένου στα 6 MHz. Με μνήμη 256-512 ΚΒ, καινούριο κύκλωμα γραφικών για αναλύσεις έως 512×192 pixels (80 στήλες) και παλέτα 128 χρωμάτων, καθώς και τσιπάκι στερεοφωνικού 8κάναλου ήχου, ο υπολογιστής ήταν απλώς συμβατός με τον ZX Spectrum (σ.σ. τις απλές εκδόσεις του, αλλά όχι με τον Spectrum 128 που είχε εντελώς διαφορετικό κύκλωμα ήχου). Επιπλέον, ο SAM Coupe μπορούσε να εφοδιαστεί με δύο floppy disk drives των 3,5 ιντσών, κατασκευής Citizen. Η δε επεκτασιμότητά του εντυπωσίαζε, καθώς περιλάμβανε θύρες RGB, δικτύου και MIDI. Αν και ο ειδικός Τύπος του επιφύλαξε θερμή υποδοχή, θα ήταν αδύνατο να επιτύχει μία τέτοια προσπάθεια εμπορικά. Με αλλεπάλληλες αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και μειώσεις στην τιμή του που έφτασε ακόμη και κάτω από τις 200 λίρες, ο SAM Coupe παρέμεινε τεχνητά στη ζωή, έως και το 1992.

Με αυτόν τελείωσε η παρουσία της βρετανικής βιομηχανίας στους home computers, σε μία εποχή άλλωστε που τα PC άρχιζαν να εκτοπίζουν και τα 16μπιτα συστήματα από την οικιακή χρήση.

vinieta-timeline

ΒΡΕΤΑΝΙΚΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ 1980s

Έτος Μοντέλο Επεξεργαστής Μνήμη Γραφικά¹ Ήχος² Άλλα³
1980 ZX80 Z80@3.5MHz 1KB 64×44/2
1980 Atom 6502@1MHz 2KB 256×192/8 0/1
1981 ZX81 Z80@3.5MHz 1KB 64×44/2
1981 BBC Micro 6502@2MHz 16-64KB 640×256/16 3/1 C
1982 Dragon MC6809@0.9MHz 32-64KB 256×192/8 4/1 C
1982 NewBrain Z80@4MHz 32KB 640×2202 D
1982 ZX Spectrum Z80@3.5MHz 16-48KB 256×192/8 0/1
1982 Jupiter ACE Z80@3.3MHz 5KB 64×48/2 0/1
1983 Electron 6502@1MHz 32KB 640×256/8 1/1
1983 Lynx Z80@4-6MHz 48-128KB 512×480/8 0/1
1983 Oric 1 6502@1MHz 16-48KB 240×200/8 3/1
1983 MTX500/512 Z80@4MHz 32-64KB 256×192/16 3/1 C
1984 Spectrum+ Z80@3.5MHz 48KB 256×192/8 0/1
1984 CPC464 Z80@4MHz 64KB 640×200/27 3/1 M/T
1984 Atmos 6502@1MHz 16-48KB 240×200/8 3/1
1984 QL 68008@7.5MHz 128KB 512×256/256 0/1 MD
1984 RS128 Z80@4MHz 128KB 256×192/16 3/1 C
1985 Spectrum128 Z80@3.5MHz 128KB 256×192/8 3/0
1985 CPC664 Z80@4MHz 64KB 640×200/27 3/1 M/FD
1985 CPC6128 Z80@4MHz 128KB 640×200/27 3/1 M/FD
1985 Enterprise Z80@4MHz 64-128KB 672×512/256 3/1 J/C
1986 BBC Master 65C102@2MHz 128KB 640×256/16 3/1 C
1986 Spectrum +2 Z80@3.5MHz 128KB 256×192/8 3/0 T
1986 Telestrat 6502@1MHz 64KB 240×200/8 3/1 C
1987 Spectrum +3 Z80@3.5MHz 128KB 256×192/8 3/0 FD
1987 Archimedes ARM2@8MHz 512KB 1280×960/256 8/0 FD
1989 SAM Coupe Z80B@6MHz 256KB 512×192/128 6/2 FD
1990 464 Plus Z80@4MHz 64KB 640×200/4096 3/1 M/T/C
1990 6128 Plus Z80@4MHz 128KB 640×200/4096 3/1 M/FD/C

¹ Μέγιστη Ανάλυση (pixels)/Παλέτα Χρωμάτων
² Κανάλια ήχου/λευκού θορύβου (beeper)
³ Εξοπλισμός: C – Cartridge, FD – Floppy Disk, J – Joystick, D – Display (ενσωματωμένη οθόνη), M – Monitor, MD – Microdrive, T- Tape

ΠΗΓΕΣ