Atari 2600

14/ 10/ 1977 | Atari VCS/2600

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 14 Οκτωβρίου 1977, μπαίνει σε κυκλοφορία η πιο διάσημη παιχνιδοκονσόλα δεύτερης γενιάς, το Atari 2600 ή VCS (Video Computer System). Με 30 εκατομμύρια πωλήσεις έσπασε κάθε ρεκόρ έως και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, ωστόσο η τεράστια επιτυχία οδήγησε σε υπερβολική αλαζονεία και τελικά στο λεγόμενο «κραχ» της αγοράς ηλεκτρονικών παιχνιδιών το 1983, με κύρια υπαιτιότητα της ίδιας της Atari (βλ. στο τέλος του άρθρου)

Το 1975, η Atari ήδη έχει στο ενεργητικό της ένα από τα πρώτα Arcades όλων των εποχών και εκείνο, από το οποίο θα γεννηθεί μία νέα αγορά οικιακής διασκέδασης: Το Pong. Όταν ξεκίνησε ο σχεδιασμός του Atari VCS, ο στόχος ήταν μία παιχνιδομηχανή με ενσωματωμένα στη ROM τα παιχνίδια (dedicated), όπως ήταν συνηθισμένο στις πρώτης γενιάς κονσόλες της δεκαετίας του ’70. Ωστόσο, λίγους μήνες πριν κυκλοφορήσει στην αγορά, οι υπεύθυνοι της Atari (που έχει περάσει στα χέρια του κολοσσού της Warner Bros) επιλέγουν τη λύση των Cartridge. Αυτή και μόνο η επιλογή θα γίνει η αφορμή για την πιο επιτυχημένη εμπορικά κονσόλα 2ης γενιάς (σ.σ. προγραμματιζόμενη), το Atari VCS/2600, το οποίο θα κάνει πάταγο τα Χριστούγεννα του 1977, όταν θα βρεθεί στις βιτρίνες των καταστημάτων συνοδευόμενο από το παιχνίδι Combat. Το πρώτο cartridge, και το μοναδικό που θα συνοδεύει για αρκετούς μήνες η κονσόλα της Atari. Τα επόμενα χρόνια όμως, θα ακολουθήσουν χιλιάδες, σε τέτοιο σημείο ώστε να δημιουργηθεί ταχύτατα φούσκα στην αγορά των video games.

Combat: Ο πρώτος τίτλος για το Atari VCS, cartridge του οποίου συνόδευε την κονσόλα στο ξεκίνημα των πωλήσεων τα Χριστούγεννα του 1977

To 1980 το Atari VCS κατακτά άλλη μία πρωτιά. Γίνεται η πρώτη παιχνιδοκονσόλα στην οποία μεταφέρεται παιχνίδι Arcade και συγκεκριμένα το περίφημο Space Invaders της Taito. Η κίνηση αυτή διπλασιάζει αμέσως το ρυθμό πωλήσεων, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες σπεύδουν να αγοράσουν το VCS γι’ αυτόν τον τίλο. Από μόνο του το Space Invaders θα συσσωρεύσει 100 εκατ. δολάρια στα ταμεία της Atari. Θα ακολουθήσει το 1982 (πολύ μέτριας ποιότητας) port του Pac-Man. Εκείνη τη χρονιά το όνομα Atari VCS αλλάζει σε Atari 2600 και θα αρχίσουν τα φαινόμενα φθοράς, με το διαβόητο Ε.Τ. που θα κυκλοφορήσει το 1983 να δίνει το τελειωτικό χτύπημα, το οποίο θα οδηγήσει σε μία ακόμη αλλαγή ιδιοκτησίας την Atari, το 1984.

Από το 1980 θα αρχίσουν να μπαίνουν σε κυκλοφορία και οι πρώτοι αξιόλογοι ανταγωνιστές στην αμερικάνικη αγορά: Το Intellivision της Mattel, το 1980, και το Colecovision της Coleco, το 1982. Ειδικά η κονσόλα της Coleco βρίσκεται ένα τεχνολογικό βήμα μπροστά. H Atari απαντά αμέσως με το 5200, που βασίζεται στα home computers Atari 400/800, χωρίς όμως να είναι απόλυτα συμβατό με αυτά. Ταυτόχρονα δεν είναι καν συμβατό με τον προκάτοχό του, ο οποίος ήδη έχει χτίσει μία βιβλιοθήκη χιλιάδων τίτλων παιχνιδιών. Μοιραία, οι πωλήσεις του 5200 είναι πολύ περιορισμένες και δεν σταματά η παράλληλη παραγωγή του Atari 2600.

To Atari VCS/2600 θα αποκτήσει δεκάδες περιφερειακές συσκευές που θα τονώσουν την αγορά του. Ανάμεσα σε αυτές και το πληκτρολόγιο «My First Computer» που το μετέτρεπε σε φθηνή εναλλακτική λύση οικιακού υπολογιστή.

Ούτε με την κυκλοφορία του επόμενου μοντέλου, Atari 7800, θα βελτιωθεί η κατάσταση. Ενώ επιπλέον οι αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της Atari, την οποία απέκτησε το καλοκαίρι του 1984, ο ιδρυτής της Commodore Τζακ Τράμιελ, οδηγούν σε καθυστέρηση δύο ολόκληρων ετών στο κανονικό λανσάρισμά του. Παρόλο που το Atari 7800 θα κάνει τελικά μία αξιοπρεπή πορεία με 3,7 εκατ. πωλήσεις, η παραγωγή του Atari 2600 δεν σταματά και πάλι και συνεχίζει έως και το 1991, καθιστώντας το την παιχνιδοκονσόλα με τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής στην ιστορία. Συνολικά, στα 14 χρόνια της ύπαρξής του, το Atari VCS/2600 θα πουλήσει σχεδόν 30 εκατομμύρια αντίτυπα, δημιουργώντας -μαζί με τις πωλήσεις των παιχνιδιών και των περιφερειακών του- τζίρο της τάξης των 5 δισ. δολαρίων. Από αυτήν την τεράστια αγορά θα επωφεληθούν δεκάδες ακόμη εταιρείες, κυρίως οι developers παιχνιδιών, όπως η Namco. Θα γίνει επίσης η αφορμή να ξεκινήσει το χτίσιμο μίας νέας βιομηχανίας στην ανάπτυξη video games, με απαρχή την Activision.

ATARI 2600/VCS

  • Επεξεργαστής: 8bit MOS 6507 στα 1,19 MHz
  • Μνήμη RAM: 128 bytes
  • Μνήμη ROM: 4 KB
  • Γραφικά: 160×192 pixels, 128 χρώματα (16 χρώματα με 8 επίπεδα έντασης)
  • Ήχος: 2 κανάλια, Mono
  • Χειριστήρια: joystick 4 κατευθύνσεων με 1 fire button
  • Θύρες: 2x joystick, TV out
  • Διαστάσεις: 33,8×22,5×8,8 εκατοστά

Το «κραχ» του 1983

Έως το 1983, η Atari έχει πουλήσει πάνω από 12 εκατομμύρια VCS, ενώ σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν τα 1,5 εκατ. Colecovision στον μόλις ένα χρόνο ύπαρξης της κονσόλας της Coleco και ακόμη 1 εκατ.  Intellivision της Mattel.  Ήδη, ένα στα τέσσερα νοικοκυριά στις ΗΠΑ, διαθέτει παιχνιδοκονσόλα. Πολλά από αυτά και πάνω από μία. Η ανάγκη για νέους τίτλους που θα τροφοδοτήσουν την τεράστια αυτή βάση καταναλωτών είναι αφόρητη. Η Atari έχει ήδη διαθέσει πάνω από 200 τίτλους και συνεχίζει να παράγει από έναν κάθε εβδομάδα κατά μέσο όρο. Μόνο το 1983, η εταιρεία έχει έσοδα της τάξης των 900 εκατομμυρίων δολαρίων. Δηλαδή το ένα τρίτο της πίττας. Τα πάντα κινούνται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και η λέξη “ποιότητα”, παύει να έχει την παραμικρή σημασία.

H αποτυχία του ΕΤ στον Atari έχει λάβει εκτάσεις λαϊκού μύθου, σύμφωνα με τον οποίο ένα κομβόι από 14 νταλίκες ξεφόρτωσαν τα απούλητα cartridges σε χωματερή του Νέου ΜεξικούΠαρά τα ξέφρενα έσοδα, τα πρώτα σημάδια της φούσκας φαίνονταν ήδη από την προηγούμενη χρονιά. Ειδικά η Atari, κάνει απανωτά λάθη που κοστίζουν δεκάδες εκατομμύρια. Ακόμη κι όταν χάνεται το θετικό ισοζύγιο, συνεχίζει να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Κατ’ αρχήν, με την αλαζονεία του κατόχου των δύο τρίτων της παγκόσμιας αγοράς, η Atari “καίει” τον πιο αναγνωρίσιμο χαρακτήρα στην ιστορία των Arcades, τον Pac-Man. Η έκδοση για 2600/VCS μεταφέρεται από τα Arcades το 1981, συνοδευόμενη από μία γιγάντια διαφημιστική καμπάνια ύψους 15 εκατ. δολαρίων. Στην πράξη, το παιχνίδι στο VCS δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον Pac-Man των “δεκαρικοφάγων”. Ακόμη πιο υποτυπώδες gameplay, επαναλαμβανόμενος θόρυβος, χοντροκομένα γραφικά  και στα όρια του άθλιου κίνηση, συνθέτουν ένα σύνολο κακό έως και προσβλητικό στην αρχική υλοποίηση της Namco. Όλα αυτά δεν το εμποδίζουν να γίνει η υπ’ αριθ. 1 εμπορική επιτυχία της Atari, επιτυγχάνοντας πωλήσεις ύψους 7 εκατ. O αριθμός αυτός όμως έχει δύο αναγνώσεις. Αφενός μεν η αλαζονεία της Atari είναι τόσο μεγάλη, ώστε τροφοδότησε την αγορά με περισσότερα cartridges του Pac-Man από ό,τι τα συνολικά συστήματα VCS που έχει πουλήσει (12 εκατ. cartridges για 10 εκατ. VCS), θεωρώντας ότι το Pac-Man θα σύρει τις πωλήσεις της κονσόλας. Όχι μόνο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά στο τέλος του 1982 της μένουν στο ράφι 5 εκατ. απούλητα cartridges.

Η περίπτωση του Pac-Man αποτέλεσε τον προπομπό του μεγαλύτερου λάθους στην ιστορία των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, που θα κάνει και πάλι η Atari, το 1983. Στη μεταφορά του κινηματογραφικού εξωγήινου Ε.Τ. στο Atari 2600, η εταιρεία κάνει όλα τα σφάλματα που θα μπορούσε. Και πάλι οι υπολογισμοί της είναι εξωπραγματικοί. Για μία ακόμη φορά η ποιότητα είναι άθλια. Όπως και με το Pac-Man, πολλά εκατομμύρια αντίτυπα μένουν απούλητα. Η Atari ξεπερνά τον εαυτό της και προσθέτει δύο ακόμη τραγικά λάθη: (α) προπληρώνει τον σχεδιαστή του Ε.Τ., ο οποίος δεν έχει κανένα κίνητρο πλέον να φτιάξει κάτι καλό και (β) υποτιμά τους πελάτες της, οι οποίοι επιστρέφουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες το παιχνίδι πίσω, εξοργισμένοι. Ο Ε.Τ. είναι η βελόνα που σκάει τη φούσκα της αγοράς των video games το 1983.