DEC AlphaStation 200

03/ 11/ 1994 | DEC AlphaStation

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 03 Νοεμβρίου 1994, η DEC ανακοινώνει μία νέα σειρά προσωπικών υπολογιστώνworkstation που θα εξοπλίζονται με τον 64μπιτο επεξεργαστή της, DEC Alpha. Πρόκειται για τη σειρά AlphaStation, της οποίας η εξέλιξη θα συνεχιστεί ακόμη και μετά την απόκτηση της DEC από την Compaq και στη συνέχεια από την Hewlett Packard, έως και το 2007.

To 1994, o 64μπιτος αρχιτεκτονικής RISC επεξεργαστής της DEC βρίσκεται ήδη τον τρίτο χρόνο ζωής του. Το μοντέλο της εποχής εκείνης είναι το 21064 με χρονισμούς από 100 έως 300 MHz. Ήδη, από το 1992, έχουν εισαχθεί στην αγορά τέσσερις τύποι workstations της σειράς AXP (3000, 4000, 7000 και 10000), βασισμένοι στην 64μπιτη αρχιτεκτονική DEC Alpha AXP, καλύπτοντας όλο το εύρος των επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η σειρά AlphaStation από την πλευρά της θα τοποθετηθεί σε μία πιο ειδική και ενδιάμεση αγορά. Τα συστήματα έχουν μορφή προσωπικού υπολογιστή και χρησιμοποιούν, εκτός των άλλων λειτουργικών συστημάτων, και Windows NT. Με αυτόν τον τρόπο, η DEC στοχεύει να προωθήσει τη δική της πλατφόρμα στο παραδοσιακό κοινό των Windows, ξεκινώντας μάλιστα από τους απλούς επαγγελματίες.

Το κυρίως λειτουργικό σύστημα των AlphaStation ήταν κοινό με τους υπόλοιπους υπολογιστές της πλατφόρμας. Το Tru64 UNIX, μία έκδοση του UNIX δηλαδή που αναπτύχθηκε ακριβώς πάνω στο σετ μικροεντολών των επεξεργαστών Alpha, το 1993. Παρόμοια έκδοση χρησιμοποιούσαν και τα workstations της ΗΡ που βασίζονταν στον επίσης αρχιτεκτονικής RISC, επεξεργαστή PA-RISC της ΗΡ. Τέλος, οι AlphaStation υποστήριζαν και το λειτουργικό σύστημα για servers OpenVMS.

Οι AlphaStation/AlphaServer συνέχισαν να εξελίσονται από την Compaq, αφότου η DEC είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της, και στη συνέχεια την ΗΡ (φωτό: Compaq AlphaServer 1200)
Οι AlphaStation/AlphaServer συνέχισαν να εξελίσονται από την Compaq, αφότου η DEC είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της, και στη συνέχεια την ΗΡ (φωτό: Compaq AlphaServer 1200)

Οι AlphaStation κατασκευάστηκαν με γνώμωνα τις υψηλές απαιτήσεις σε υπολογιστική ισχύ, αλλά και multimedia. Τα αρχικά μοντέλα (της οικογένειας «Avanti«) χωρίζονταν σε δύο υποσειρές, τη 200 και την 400. Η κύρια διαφορά τους είχε να κάνει με τη διάταξη του πλαισίου, καθώς οι 200 ήταν desktop υπολογιστές και οι 400, tower. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, h δεύτερη σειρά να έχει περισσότερες δυνατότητες επέκτασης από την πρώτη, καθώς εφοδιαζόταν με 6 θύρες (3 PCI, 3 ISA) αντί για 4 (3/2 PCI, 1/2 ISA). Από εκεί και πέρα, τα συστήματα και των δύο σειρών εφοδιάζονταν με έναν επεξεργαστή DEC Alpha 21064 στα 100 έως 300MHz (ανάλογα με τον τύπο) και μνήμη έως 384ΜΒ αρχικά και 512ΜΒ στα μοντέλα του 1996. Το πρώτο μοντέλο με δύο επεξεργαστές ήταν ο AlphaStation/AlphaServer 1200 (DaVinci) του 1997. Ο εν λόγω υπολογιστής εφοδιαζόταν με έναν ή δύο DEC Alpha 21164A στα 533MHz και μνήμη RAM έως 2GB.

Από το 1999, οπότε η DEC έχει περιέλθει στα χέρια της Compaq, οι σειρές AlphaStation και AlphaServer ενοποιούνται (οικογένεια Tsunami) και συνεχίζουν να εξελίσσονται αργότερα και από την HP. Η εξέλιξή τους θα συνεχιστεί έως και το 2003 (οικογένεια Titan). Aυτές oι τελευταίες εκδόσεις διαθέτουν επεξεργαστές Alpha 21264C στο 1GHz και μνήμη έως 16GB. Επιπλέον έχουν υιοθετήσει και τις νεότερες μορφές διαύλου επέκτασης, διαθέτοντας είτε 6 θύρες PCI-X είτε 5 PCI-X και 1 AGP 2x. Η υποστήριξή τους από την ΗΡ θα συνεχιστεί έως το 2007.

Παρόλο που διατηρήθηκαν για σχεδόν δέκα χρόνια, περνώντας μάλιστα από τα χέρια τριών εταιρειών, οι AlphaServer ουδέποτε κατάφεραν να επιβληθούν. Παρά την αρχική τους ανωτερότητα σε σχέση με την ανταγωνιστική πλατφόρμα της Intel, οι κύριοι λόγοι της μη ανταγωνιστικότητας είναι ότι, η DEC διατήρησε «κλειστή» την αρχιτεκτονική της και τις τιμές των προϊόντων της στα ύψη. Το τελειωτικό χτύπημα έδωσε η ΗΡ, όταν σταμάτησε την εξέλιξη της 64μπιτης πλατφόρμας της DEC προς όφελος των Intel Itanium (της οποίας Intel, η ΗΡ ήταν παραδοσιακός πελάτης).