z80 micro

40 χρονια Zilog | 100 Z80 computers

vinieta-featureΟ πιο διαδεδομένος επεξεργαστής της Zilog, ο Z80 έγινε η καρδιά εκατοντάδων συστημάτων από όλο τον κόσμο. Από τους μακροβιότερους και ίσως ο πλέον ευέλικτος επεξεργαστής της ιστορίας των υπολογιστών, χρησιμοποιήθηκε από επαγγελματικά συστήματα multi-user έως παιχνιδομηχανές χειρός. Ενώ ακόμη και το 1997, περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, υπήρχαν εμπορικοί υπολογιστές που τον χρησιμοποιούσαν. Mε αφορμή τη σημερινή επέτειο από την κυκλοφορία της πιο διαδεδομένης έκδοσης Z80A, παρουσιάζουμε τους προσωπικούς υπολογιστές στων οποίων την καρδιά χτυπά αυτός ο 8μπιτος θρύλος.

…ΣΥΝΕΧΕΙΑ (από Μέρος Α’)

Ακόμη και μία απλή καταγραφή όλων των μοντέλων υπολογιστών με επεξεργαστη Z80 από το 1976 έως σήμερα, θα οδηγούσε σε μία τεράστια λίστα οικιακών και προσωπικών υπολογιστών, κιτ και τερματικών, συστημάτων επεξεργασίας βίντεο και παιχνιδομηχανών. Έτσι λοιπόν, πέρα από μία γενική ανασκόπηση, θα σταθούμε περισσότερο σε κάποια λιγότερο γνωστά και πολύ πιο ειδικά μοντέλα, αποκλειστικά στο χώρο των προσωπικών και επαγγελματικών υπολογιστών.

ΠΡΩΙΜΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

Ο συνδυασμός φθηνού και αξιόπιστου επεξεργαστή, διαδεδομένου λειτουργικού συστήματος και συμβατότητας, υπήρξε το τρίγωνο της επιτυχίας για τον 8μπιτο Ζ80 της Zilog. Βοήθησε, όσο τίποτε άλλο, την ανάπτυξη της βιομηχανίας υπολογιστών και έξω από τα σύνορα των ΗΠΑ. Έγινε δε η αφορμή να διαδοθούν οι υπολογιστές ακόμη και στις νεαρές ηλικίες, τους φοιτητές και τους μαθητές, όλου του κόσμου. Ακόμη και το «παραπέτασμα» την εποχή του Ψυχρού Πολέμου δεν ήταν ικανό να εμποδίσει τη διάδοση του Ζ80 στις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ.

Zilog MCZ-1
Zilog MCZ-1: Το σύστημα που κατασκεύασε η Zilog για εργαστηριακή χρήση και την ανάπτυξη εφαρμογών πάνω στον Ζ80.

Πρωτίστως πρέπει να αναφερθούμε στο ίδιο το σύστημα της Zilog, που προσφερόταν για εργαστηριακό/βιομηχανικό ρόλο, αλλά και την ανάπτυξη εφαρμογών πάνω στον Ζ80. Το σύστημα MCZ-1, μία αυτόνομη πλατφόρμα βασισμένη στον επεξεργαστή Ζ80, κυκλοφόρησε το 1977 σε τρεις εκδόσεις και δύο φορμά (desktop υπολογιστής και βιομηχανικό rack). Η πλακέτα του MCZ-1 διέθετε 9 υποδοχές επέκτασης και 4 θέσεις για παράλληλες ή σειριακές (RS232) θύρες. Δεχόταν προγραμματιζόμενη μνήμη (PROM), αλλά και διάφορες ROM με γλώσσες προγραμματισμού. Μία εξ αυτών, η PL/Z, που αποτελούσε το αντίστοιχο της PL/M για τον επεξεργαστή Zilog Z80. Υπενθυμίζουμε ότι το λειτουργικό σύστημα CP/M προγραμματίστηκε σε PL/M για τον επεξεργαστή Intel 8080, με τον οποίο ο Ζ80 ήταν συμβατός. Τέλος, ήταν δυνατή η τοποθέτηση έως τεσσάρων FDD των 5,25» και σκληρών δίσκων συνολικής χωρητικότητας έως και 96 ΜΒ.

Η συμβατότητα του Ζ80 με τον Intel 8080 τον οφέλησε τα μέγιστα, χάρη στη συγκυρία της επιτυχίας του διαύλου S-100 που εμφανίστηκε πρώτη φορά στον Altair 8800, με την ανάπτυξη του λειτουργικού συστήματος CP/M. Ενός από τα πρώτα OS για μικροϋπολογιστές, που ταυτόχρονα ήταν επαναστατικό λόγω της οριζόντιας συμβατότητας που παρείχε στο λογισμικό που έτρεχε σε αυτό. Δίπλα στα πρώτα ολοκληρωμένα συστήματα και κιτ που βασίζονταν στο δίαυλο S-100 σε συνδυασμό με επεξεργαστή 8080, εμφανίστηκαν και εκείνα με Ζ80 που μπορούσε επίσης να τοποθετηθεί σε αυτές τις μητρικές χωρίς τροποποιήσεις. Πολύ γρήγορα μάλιστα, ο Ζ80 προσπέρασε τον λιγότερο εξελιγμένο και πιο αργό 8080, κυριαρχώντας στους μικροϋπολογιστές ως το τέλος της δεκαετίας του ’70.

O Compupro 816 υπήρξε ίσως ο τελευταίος εκπρόσωπος των μικροϋπολογιστών με δίαυλο S-100, μπαίνοντας σε κυκλοφορία τον Μάρτιο του 1983
O Compupro System 8/16 ήταν από τους τελευταίους (αν όχι ο τελευταίος) εκπρόσωπος των μικροϋπολογιστών με δίαυλο S-100, μπαίνοντας σε κυκλοφορία τον Μάρτιο του 1983

Οι πιο γνωστοί και επιτυχημένοι μικροϋπολογιστές με Ζ80, ήταν εκείνοι της σειράς Ζ της Cromemco. Ο μεν Ζ1 του 1976 αποτελούσε μία παραλλαγή του Imsai 8080, αλλά με επεξεργαστή Z80 αντί για 8080. Ο δε Ζ2 που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα, ήταν ένα ακόμη πιο εξελιγμένο σύστημα (πάντα βασισμένο στο δίαυλο S-100), με 21 θύρες επέκτασης και μία πληθώρα επιλογών υποσυστημάτων και περιφερειακών, μεταξύ των οποίων σκληροί δίσκοι ως 11 MB. Παρόμοιας σχεδιαστικής φιλοσοφίας με τους Ζ1/2, οι υπολογιστές της σειράς LX-500 της γαλλικής Logabax. Κατασκευασμένα το 1978, τα συστήματα της Logabax παρείχαν μεγάλη ευελιξία συνθέσεων, αν και η τιμή τους ήταν αρκετά ανεβασμένη για να επιτύχουν εκεί που αρχικά στόχευαν. Τελικά, κατάφεραν να γίνουν οι πρώτοι υπολογιστές που μπήκαν στα σχολεία της Γαλλίας. Στο δίαυλο S-100 βασιζόταν και το σύστημα Vector 3 που κυκλοφόρησε το 1977 και, καθώς ήταν τοποθετημένο στο εσωτερικό τερματικού, με πλήρες μηχανικό πληκτρολόγιο και οθόνη CRT 12», είχε τη μορφή ενός all-in-one επαγγελματικού desktop υπολογιστή, που μπορούσε να τρέξει CP/M και τις εφαρμογές του. Ο υπολογιστής συνοδεύονταν στον στάνταρ εξοπλισμό με εξωτερικό FDD 5,25», ενώ προαιρετικά μπορούσε να δεχτεί και εξωτερικό HDD χωρητικότητας 5 ή 10 ΜΒ.

Άλλοι μικρότεροι εκπρόσωποι του δίαυλου S-100 ήταν o Northstar Horizon του 1977, ο πρώτος μικροϋπολογιστής με στάνταρ FDD, o  Quasar QDP-100 του 1982 και ο Compupro System 8/16, που υπήρξε ίσως ο τελευταίος αυτού του τύπου μικροϋπολογιστών.

O Nascom ξεκίνησε από κιτ-πλακέτα το 1978, με αξιόλογη εμπορική επιτυχία στη Μεγ. Βρετανία, για να εξελιχθεί σε έναν πλήρη προσωπικό υπολογιστή.
O Nascom ξεκίνησε από κιτ-πλακέτα το 1978, με αξιόλογη εμπορική επιτυχία στη Μεγ. Βρετανία, για να εξελιχθεί σε έναν ολοκληρωμένο προσωπικό υπολογιστή το 1981.

Παράλληλα με τα συστήματα S-100, και λόγω της ραγδαίας πτώσης της τιμής του, ο Ζ80 προτιμήθηκε σε πολλά συναρμολογούμενα κιτ. Από απλές πλακέτες όπως ο Micro-Professor MPF-1 της Multitech (σήμερα Acer), έως ολοκληρωμένοι οικιακοί υπολογιστές όπως ο αυστραλέζικος Microbee. Από αυτά τα κιτ, σαφώς εκείνο που ξεχωρίζει είναι ο ΖΧ80. Ο λεπτεπίλεπτος -και σχεδόν σαν πλαστικό παιχνίδι- υπολογιστής της Sinclair, ο πρώτος που κόστιζε κάτω από 100 λίρες, από τον οποίο γεννήθηκε όλη η βρετανική βιομηχανία υπολογιστών της δεκαετίας του ’80. Παραμένοντας όμως στη Μεγ. Βρετανία θα πρέπει να αναφέρουμε τους Nascom 1 και 2. Δύο πολύ αγαπητά κιτ, που κυκλοφόρησαν νωρίτερα από τον ZX80 (1978 και 1979 αντίστοιχα). Τα κιτ που κατέληξαν στην κατοχή της Lucas είχαν πολύ ευέλικτη σύνθεση και μπορούσαν, ανάλογα με το πορτοφόλι του αγοραστή τους, να «χτιστούν» κομμάτι-κομμάτι έως το επίπεδο ενός ισχυρού προσωπικού υπολογιστή. Ο Nascom 2 μάλιστα, με την ταχύτερη έκδοση Ζ80Α (στα 4 MHz), περισσότερη μνήμη και ενσωματωμένη τη γλώσσα BASIC στη ROM, πέρα από τη σχετική εμπορική επιτυχία, αποτέλεσε την πλακέτα γύρω από την οποία κατασκευάστηκε το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα της σειράς, ο Nascom 3, με έγχρωμα γραφικά και δυνατότητα τοποθέτησης έως και δύο FDD των 5,25», το 1982.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

Στην πρώτη τριάδα προσωπικών υπολογιστών μαζικής παραγωγής, του 1977, που περιλαμβάνει τους Apple II, Commodore PET και Tandy TRS-80, μόνο ο τελευταίος βασιζόταν στον επεξεργαστή της Zilog. Η αλήθεια είναι ότι η Radio Shack-Tandy ήταν η πιο πιστή στον Ζ80 αμερικανική εταιρεία. Μπορεί η σειρά TRS-80 να ξεκίνησε με έναν υπολογιστή που χαρακτηρίστηκε κοροϊδευτικά «σκουπίδι» (trash από το TRS), ωστόσο για παραπάνω από έξι χρόνια κάλυψε τις ανάγκες εκαντάδων χιλιάδων χρηστών στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο.

Αν και έμοιαζε με έναν τυπικό οικιακό υπολογιστή, ο -συμβατός με τον TRS-80- Lobo MAX-80 ήταν ένα επαγγελματικό σύστημα, προσιτό σε τιμή, με εξαιρετική επεκτασιμότητα.
Αν και έμοιαζε με έναν τυπικό οικιακό υπολογιστή, ο -συμβατός με τον TRS-80- Lobo MAX-80 ήταν ένα επαγγελματικό σύστημα, προσιτό σε τιμή, με εξαιρετική επεκτασιμότητα.

Κι αν οι TRS-80 υπήρξαν πασίγνωστα μοντέλα, υπάρχουν και κάποια άλλα που τους αντέγραψαν, αλλά δεν έγιναν τόσο γνωστά. Ορισμένα μάλιστα υπήρξαν ιδιαίτερα αξιόλογα, όπως για παράδειγμα ο Lobo MAX-80. Ένα πολύ συμπαγές επαγγελματικό σύστημα του 1982, με εξαιρετική επεκτασιμότητα και πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά. Πρώτα από όλα χρησιμοποιούσε την έκδοση Β του Ζ80, η οποία, χρονισμένη στα 5 MHz, ήταν διπλάσιας ταχύτητας από τον απλό Ζ80. Κατά δεύτερον ενσωμάτωνε ελεγκτές για FDD των 5,25» και 8», καθώς και για σκληρό δίσκο. Τέλος, πέρα από το CP/M, το οποίο βρισκόταν στη συσκευασία της βασικής έκδοσης, με ένα μικρό αντίτιμο ο κάτοχος του MAX-80 μπορούσε να προμηθευτεί το λειτουργικό σύστημα LDOS. Το LDOS αποτελούσε μετεξέλιξη του TRS-DOS, μέσω του οποίο το σύστημα γινόταν συμβατό με τον TRS-80 Model III.  Η πιο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια αυτού του OS είναι ότι η ίδια η Tandy αγόρασε τα δικαιώματα από την  Logical Systems (θυγατρική της Lobo) για να το τοποθετήσει στους δικούς της υπολογιστές. Ο MAX-80 διέθετε δύο θύρες RS-232 και πλήρες πληκτρολόγιο, με ξεχωριστό αριθμητικό και τέσσερα προγραμματιζόμενα πλήκτρα. Αξίζει να αναφερθεί ότι μόνο δύο υπολογιστές «κλώνοι» του TRS-80 είχαν τη δυνατότητα να αξιοποιούν 100% τις δύο πλατφόρμες TRS-DOS και CP/M, αλλάζοντας τη διαχείριση της κεντρικής μνήμης ανάλογα με το λειτουργικό στο οποίο έκανε boot το σύστημα. Ο ένας ήταν ο Lobo MAX-80 και ο άλλος ο Aster CT-80, της ολλανδικής εταιρείας MCP.

Καταχώρηση του PMC-101, ως εξωτερική συσκευή για τον TRS-80 Model 100.
Καταχώρηση του PMC-101, ως εξωτερική συσκευή για τον TRS-80 Model 100.

Παραμένοντας στην πολυπληθή οικογένεια των TRS-80, αξίζει να αναφερθούμε σε μία πολύ ξεχωριστή συσκευή. Ο PMC Micromate ή PMC-101 ήταν ένα αυτόνομο και φορητό σύστημα CP/M, πολύ περιορισμένων διαστάσεων, που ενσωμάτωνε και FDD 5,25». Η φιλοσοφία του θυμίζει κάπως τα σύχρονα SFF (Small Form Factor) που μπορείς να τα κουβαλήσεις παντού αρκεί να υπάρχει πληκτολόγιο και οθόνη. Έτσι και ο PMC-101, το 1985, λειτουργούσε σαν ευέλικτη κύρια μονάδα και μπορούσε να μετατρέψει ένα οποιοδήποτε «χαζό» τερματικό σε επαγγελματικό υπολογιστή με λειτουργικό σύστημα CP/M και μία πλούσια γκάμα εφαρμογών. Η PMC διαφήμισε -έξυπνα- τη συσκευή της ως εξωτερική μονάδα για τον TRS-80 Model 100, που μετέτρεπε τον φορητό υπολογιστή της Tandy σε ένα πληθωρικό σύστημα CP/M, προσθέτοντάς του 128ΚΒ μνήμης, FDD και σειριακή θύρα.

Συστήματα CP/M

Λίγα χρόνια πριν την έλευση του 16μπιτου προτύπου του IBM-PC, χάρη στην Zilog και την Digital Research είχε ήδη εδραιωθεί μία άλλη πλατφόρμα για τη χρήση κοινού λογισμικού και ιδιαίτερα επαγγελματικών εφαρμογών. Χωρίς ίχνος υπερβολής, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα IBM-PC δεν έφεραν κάτι νέο σε σχέση με τον ήδη υπάρχοντα συνδυασμό CP/M-Z80, αντιγράφοντας μάλιστα σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφία του, ενώ ταυτόχρονα ήταν και πιο περιοριστικά από πλευράς hardware.

Ο συνδυασμός Z80-CP/M αποδείχτηκε ιδιαίτερα προσιτός και πολύ αξιόπιστος ώστε να βοηθήσει την ανάπτυξη τοπικών βιομηχανιών μικροϋπολογιστών για προσωπική και επαγγελματική χρήση στις μικρότερες χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Ωκεανίας. Λόγω χώρου, θα αναφερθούμε σε αυτά τα ξεχωριστά και άγνωστα στον περισσότερο κόσμο μοντέλα.

O Holborn 6500 (με δύο FDD των 5,25'') ήταν το μοναδικό από τα τέσσερα συνολικά μοντέλα που έμεινε σε φάση προπαραγωγής.
O Holborn 6500 (με δύο FDD των 5,25») ήταν το μοναδικό από τα τέσσερα συνολικά μοντέλα που έμεινε σε φάση προπαραγωγής.

Ο φουτουριστικός «all in one» Holborn 6140 με το χαρακτηριστικό μόνιτορ που έμοιαζε με το κεφάλι του ΕΤ, ήταν ένας ολλανδικής κατασκευής προσωπικός υπολογιστής που πούλησε περίπου 200 κομμάτια μεταξύ 1980 και 1983. Ένα πανάκριβο σύστημα με δυνατότητα να συνδεθεί σε δίκτυο,  να δεχτεί light pen και έως δύο FDD των 8» ή και εξωτερικό σκληρό δίσκο 30ΜΒ. Η Holborn το υποστήριξε με δικό της λειτουργικό σύστημα (εκτός των CP/M, MP/M) και αρκετές εφαρμογές. Ωστόσο, ο μικρός κατασκευαστής από την Ολλανδία ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσει την εισβολή των IBM-PC και χρεοκόπησε το 1983.

H «ορχιδέα» της γαλλικής Symag έκανε το εντυπωσιακό της ντεμπούτο στη διεθνή έκθεση SICOB, το Σεπτέμβριο του 1983. Ένας προσωπικός υπολογιστής που μπορούσε να δεχτεί διαφορετικούς επεξεργαστές, με επιλογή από Ζ80 και 80186, με τη μορφή cartridge και να τους συνδυάσει με την 8μπιτη και την 16μπιτη έκδοση του CP/M. Με γραφικά πολύ υψηλής ανάλυσης (768×576 pixels), ελεγκτή SCSI, μνήμη επεκτάσιμη έως και το 1 ΜΒ και δυνατότητα να δεχτεί light pen και ποντίκι, ο Orchidee αποτελούσε υπόδειγμα ευελιξίας και ισχύος. Όμως ο πήχης τοποθετήθηκε πολύ ψηλά. Η Symag δεν διέθετε ούτε το προσωπικό, ούτε την τεχνογνωσία για να υποστηρίξει ένα τόσο φιλόδοξο σύστημα. Ελάχιστα high end μοντέλα κατασκευάστηκαν πριν την κατάρρευση της Symag στα μέσα του 1984.

General Processor GPS-4. Το πιο πλήρες σύστημα CP/M της ιταλικής βιομηχανίας.
General Processor GPS-4. Το πιο πλήρες σύστημα CP/M της ιταλικής βιομηχανίας.

Στην μικρή, πλην χαρακτηριστική για την κομψότητά της, ιταλική βιομηχανία υπολογιστών, το πιο πλήρες μοντέλο αυτής της κατηγορίας ήταν το General Processor GPS. Το σύστημα αποτελούνταν από μία πολύ λεπτή κυρια μονάδα, καθώς τα αποθηκευτικά μέσα ήταν αποκλειστικά εξωτερικά και μόνιτορ 12 ιντσών. Καθώς απευθυνόταν σε επαγγελματίες χρήστες και μικρές επιχειρήσεις, ο GPS-4 μπορούσε να συνδεθεί με δύο «χαζά» τερματικά (σ.σ. χωρίς επεξεργαστή) μέσω ισάρριθμων θυρών RS232C. Γι’ αυτό το σκοπό, εκτός του DOS-GP (λειτουργικό σύστημα συμβατό με CP/M), διέθετε και το MP/M, την έκδοση του CP/M για πολλαπλούς χρήστες. Το σύστημα αρχικά διατέθηκε με επεξεργαστή Z80A στα 4MHz και στη συνέχεια με τη νεότερη έκδοση Z80B στα 6MHz. Στον επιπλέον εξοπλισμό προσφέρονταν εξωτερικά FDD των 8» χωρητικότητας 1,2 MB (έως δύο) και σκληρός δίσκος 20 ΜΒ.

Ένα ακόμη εξαιρετικό, αλλά δυστυχώς αποτυχημένο, δείγμα ευέλικτου σχεδιασμού -από την Ταϊβάν– αποτελούσε και ο Tatung TPC-2000, που κυκλοφόρησε το 1984. Ένα σύστημα για μικρές επιχειρήσεις που στη βασική του έκδοση δεν διέφερε από έναν οποιοδήποτε προσωπικό υπολογιστή με CP/M. Μέσω ειδικών καρτών όμως που μπορούσε να δεχτεί (έως και δύο ταυτόχρονα) μετατρεπόταν σε ένα σταθμό εργασίας με συγκεκριμένο ρόλο. Προσφερόταν κάρτα με 64 γραμμές εισόδου/εξόδου, κάρτα με 14 θύρες RS232, κάρτα με ελεγκτή ένα εξωτερικό HDD με έως και τέσσερα FDD, κάρτα γραφικών κ.α.

Xerox 820-II (1983): Και η Xerox επένδυσε στον Z80 όταν θέλησε να μπει στην αγορά των προσωπικών υπολογιστών, αλλά υπήρξε άτολμη.
Xerox 820-II (1983): Και η Xerox επένδυσε στον Z80 όταν θέλησε να μπει στην αγορά των προσωπικών υπολογιστών, αλλά υπήρξε άτολμη.

Πρέπει όμως να κάνουμε και μία αναφορά σε έναν πολύ μεγάλο κατασκευαστή, φημισμένο για τις καινοτομίες του στο χώρο των προσωπικών υπολογιστών. Ακόμη και η Xerox, όταν το 1981 δοκίμασε την τύχη της σε ένα ευρύτερο καταναλωτικό κοινό με τον Xerox 820, επένδυσε στο συνδυασμό Z80-CP/M.  Παρά το καινοτόμο παρελθόν της, η Xerox έκανε πολύ συντηρητικές επιλογές. Το σύστημα δεν διέθετε γραφικά και βασιζόταν σε χαμηλά χρονισμένη έκδοση του Ζ80Α (2,5 MHz). Θα πρέπει να περάσουν άλλα δύο χρόνια έως ότου κυκλοφορήσει ο 820 II με Z80A στα 4 MHz, σκληρό δίσκο 10ΜΒ και δυνατότητα τοποθέτησης δεύτερου επεξεργαστή 8086, σε μορφή κάρτας. H Xerox πειραματίστηκε και σε υβριδικές μορφές, με τον 8/16 -όπως μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω- χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Η παραγωγή του 820 ολοκληρώθηκε το 1985.

Cifer 2683. Πώς ένα τυπικό τερματικό μετατρέπεται σε πανίσχυρο προσωπικό υπολογιστή μέ έως τρεις(!) επεξεργαστές Z80.
Cifer 2683. Πώς ένα τυπικό τερματικό μετατρέπεται σε ισχυρό προσωπικό υπολογιστή μέ έως τρεις(!) επεξεργαστές Z80.

Επίσης θα πρέπει να μνημονεύσουμε μία ακόμη σχετικά συνηθισμένη πρακτική: την μετατροπή τερματικών σε προσωπικούς υπολογιστές, μέσω της προσθήκης κάρτας με επεξεργαστή Ζ80. Ο VT-180 υπήρξε μία εξυπνη κίνηση της DEC να μετατρέψει ένα από τα πιο δημοφιλή τερματικά της, το VT-100, σε έναν αυτόνομο προσωπικό υπολογιστή, προσθέτοντας μία επιπλέον κάρτα που περιλάμβανε επεξεργαστή Ζ80Α, μνήμη RAM 64 ΚΒ, ελεγκτή εξωτερικών FDD και μία θύρα RS-232. Ο VT-180, του 1982, συνοδευόταν από λειτουργικό σύστημα CP/M και είχε το πλεονέκτημα ότι η οθόνη του μπορούσε να απεικονίσει κείμενο 132 στηλών. Ένα ακόμη πιο ισχυρό σύστημα, πάλι εκ μετατροπής από τερματικό σε PC, ήταν ο βρετανικής κατασκευής (επίσης του 1982) Cifer 2683. Το 2683 ήταν προϊόν μετατροπής του τερματικού (με επεξεργαστή Ζ80) 2632, με προσθήκη κάρτας με (δεύτερο) Ζ80Α, μνήμη 64ΚΒ και ελεγκτή δίσκου. Το εν λόγω μοντέλο χρησιμοποιήθηκε σε τομείς έρευνας και βιομηχανικής παραγωγής και ξεχώριζε για τη δυνατότητα να δεχτεί κάρτα γραφικών πολύ υψηλής ανάλυσης με επεξεργαστή αποκλειστικής χρήσης, επίσης Z80A, ανεβάζοντας το σύνολο των CPU, στις τρεις!

Τα υβρίδια και οι εναλλακτικοί

MS-Softcard-Z80P
Όλοι οι κόσμοι συναντιούνται σε μία κάρτα: Κατασκευστής Microsoft, υπολογιστής Apple II, επεξεργαστής Zilog Z80. Το 1980, η MS Softcard, συνοδευόμενη από λειτουργικό σύστημα CP/M και την BASIC στην έκδοση της Microsoft, μεταμόρφωνε τον Apple II σε ένα επαγγελματικό σύστημα διπλού επεξεργαστή.

Με κυριότερη την Apple, αρκετοί κατασκευαστές προσωπικών και οικιακών υπολογιστών που δεν χρησιμοποιούσαν Ζ80 επεξεργαστή, παρείχαν τη δυνατότητα αξιοποίησης του CP/M και των εφαρμογών του, μέσω καρτών επέκτασης που ενσωμάτωναν Ζ80 και -εφόσον δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα στο βασικό σύστημα- κύκλωμα γραφικών που να υποστηρίζει 80στηλο κείμενο. Οι κάρτες αυτές έγιναν περιζήτητες από τους επαγγελματίες στις αρχές της δεκαετίας του ’80, με αποτέλεσμα να κάνουν την εμφάνισή τους και αρκετοί υπολογιστές με δύο στάνταρ επεξεργαστές, ώστε να μπορούν να δουλέψουν απευθείας σε CP/M mode.

Unitron U2200: Ένας γερμανικός κλώνος του Apple II, με διπλό επεξεργαστή (6502 και Ζ80), ώστε να τρέχει και σε περιβάλλον CP/M
Unitron U2200: Ένας γερμανικός κλώνος του Apple II, με διπλό επεξεργαστή (6502 και Ζ80), ώστε να τρέχει και σε περιβάλλον CP/M

Το μοντέλο του διπλού επεξεργαστή χρησιμοποίησαν κάποιοι κατασκευαστές κλώνων του Apple II, για να προσελκύσουν περισσότερους πελάτες. Συστήματα, όπως ο αμερικάνικος Franklin ACE 1200, o ιταλικός Lemon II Biprocessor 64 και o γερμανικός UNITRON 2200, κατασκευάζονταν από το εργοστάσιο με επεξεργαστή Ζ80 (εκτός του MOS 6502) και κύκλωμα γραφικών ικανό να απεικονίσει το 80στηλο κείμενο του CP/M. Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι προσέφεραν κάρτες CP/M στον έξτρα εξοπλισμό. Σαφέστατα πάντως, από τους κλώνους του Apple II ξεχωρίζει ο κινέζικης κατασκευής ACC 8000, του 1983, του οποίου η ευελιξία ήταν μοναδική, καθώς πέρα από τον MOS 6502 και τη συμβατότητα σε επίπεδο Apple IIe, διέθετε άλλους δύο επεξεργαστές (επίσης 8μπιτους): Zilog Z80 και Motorola 6809.

Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στον Commodore 128 που εξοπλιζόταν κι αυτός με δεύτερο επεξεργαστή Ζ80 για να τρέχει εφαρμογές CP/M, ανεβάζοντας τα modes λειτουργίας του στα τρία: C64, C128, CP/M. Το μοντέλο αποδείχτηκε  πολύ επιτυχημένο, ξεπερνώντας τα 4 εκατομμύρια πωλήσεις, καθώς ικανοποίησε το χρόνιο αίτημα των φίλων του C64 για ένα σύστημα ικανό να τρέξει διαδεδομένες επαγγελματικές εφαρμογές (σ.σ. η Commodore δεν κατασκεύασε κάρτα CP/M για τον C64).

Παράλληλα με την κυκλοφορία του IBM-PC και λίγο πριν αυτός καταφέρει να αποτελέσει το διεθνές πρότυπο για τους προσωπικούς υπολογιστές, πολυάριθμες εταιρείες πειραματίζονταν με εναλλακτικούς σχεδιασμούς, είτε σε συνδυασμό με το υπάρχον διαμορφωμένο πρότυπο του CP/M, είτε σε μοναχικό δρόμο. Από αυτές, οι περισσότερες βάσιζαν τις υλοποιήσεις τους στη φθηνή και δοκιμασμένη λύση του Zilog Z80, ενώ διάφοροι κατασκευαστές πειραματίστηκαν με τη χρήση πολλαπλών CPU στο ίδιο σύστημα, κυρίως για να καλύψουν βαριές επαγγελματικές απαιτήσεις. Κάποιοι, μάλιστα για να αντιπαρατεθούν ευθέως με τον IBM-PC, τα πρώτα χρόνια της εξάπλωσης του προτύπου.

FujitsuMicro16s
Fujitsu Micro16s (1983): 8μπιτος στη βασική του έκδοση, ο Micro 16s πετύχαινε ρεκόρ εναλλακτικών επεξεργαστών που μπορούσε να δεχτεί, πέντε στο σύνολο: Intel 8086 και 80286, Motorola 68000, Zilog Z80 και Z8000

Οι μεγάλοι κατασκευαστές υπολογιστών στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία δοκίμασαν διάφορες μεθόδους για να επιβάλλον εναλλακτικά πρότυπα και μόνο ελάχιστα μοντέλα κατάφεραν να επιβιώσουν. Πιο γνωστά τα DEC Rainbow 100Fujitsu FM-16 beta και Xerox 8/16, που ακολούθησαν την ίδια λογική της διπλής αρχιτεκτονικής 8μπιτης και 16μπιτης, με επεξεργαστή Z80 συνδυασμένο με Intel 8086/8088. Ο μεν DEC ήταν ένας dual-boot υπολογιστής με λειτουργικά συστήματα CP/M και MS-DOS, με τη μεγάλη του αστοχία να αποτελούν τα αποκλειστικής χρήσης floppy disks που αρχικά δεν μπορούσαν καν να διαμορφωθούν (format) από το σύστημα. Ο υπολογιστής της Xerox, που κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα, είχε ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με εκείνον της DEC: μπορούσε να μεταβεί μεταξύ λειτουργικών συστημάτων (CP/M, CP/M-86 και MS-DOS) με το πάτημα ενός πλήκτρου, χωρίς να διακόπτεται η λειτουργία του άλλου. Παρά τα πλεονεκτήματά του, ο 8/16 δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τον IBM-PC, κυρίως λόγω της τσουχτερής τιμής του, με αποτέλεσμα να διακοπεί η παραγωγή του το 1985. Την ίδια ακριβώς περίοδο δοκίμασε και η Fujitsu την τύχη της στην αμερικάνικη αγορά με τον, επίσης dual-boot, FM 16 beta. Τυπικά ιαπωνικός, ο υπολογιστής της Fujitsu ήταν ισχυρότερος και με καλύτερα γραφικά από τον IBM-PC. Η Fujitsu μάλιστα, το 1983, έκανε ένα βήμα παραπέρα στη φιλοσοφία των πολλαπλών επεξεργαστών (μέσω καρτών) σε ένα σύστημα, με τον Micro 16s, του οποίου το βασικό μοντέλο ήταν 8μπιτο με επεξεργαστή Ζ80, αλλά προσφέρονταν τέσσερις (!) ακόμη επεξεργαστές σε μορφή κάρτας (Intel 8086 και 80286, Motorola 68000 και Zilog Z8000) μαζί με αντίστοιχο αριθμό εναλλακτικών λειτουργικών συστημάτων, από CP/M έως Unix.

Vector Graphic Vector 4 (1983): Ένα σύστημα διπλού επεξεργαστή, με τη νεότερη έκδοση Β του Ζ80, χρονισμένη στα 6 MHz.
Vector Graphic Vector 4 (1983): Ένα σύστημα διπλού επεξεργαστή, με τη νεότερη έκδοση Β του Ζ80, χρονισμένη στα 6 MHz.

Στα λιγότερο γνωστά συστήματα πολλαπλών επεξεργαστών, παραμένοντας στις ΗΠΑ, διακρίνεται ο Vector 4, ενός κατασκευαστή γνωστού για τις υλοποιήσεις του δίαυλου S-100 από τη δεκαετία του ’70. Ο Vector 4 της Vector Graphic ήταν επίσης μία πλατφόρμα S-100, εξοπλισμένη με τη νεότερη έκδοση Ζ80Β στα 6 MHz. Την ίδια ταχύτητα χρονισμού είχε και ο δεύτερος επεξεργαστής Intel 8088, φέρνοντας τις επιδόσεις του σημαντικά πάνω από τον IBM-PC με τον 8088 στα 4,77 MHz. Ο Vector 4 διακρινόταν για τα γραφικά υψηλής ανάλυσης (σ.σ. χρώμα αποκτούσαν μόνο με έξτρα κάρτα) και τη δυνατότητα τοπικής δικτύωσης έως και 32 συστημάτων, στο ιδιόκτητο πρότυπο LinkNet ταχύτητας 750 kbit/sec.

Διπλού επεξεργαστή και ο πολύ πιο εντυπωσιακός Intertec HEADSTART που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα. H έκδοση VPU (Video Processing Unit) ήταν ένας υπολογιστής στριμωγμένος σε ένα μόνιτορ που αποτελούνταν από τρεις πλακέτες, όπου ήταν τοποθετημένοι δύο επεξεργαστές: ένας Ζ80 στα 4 MHz κι ένας 8088 στα 8 MHz. Το αποσπώμενο πληκτρολόγιο διέθετε χερούλι και προσαρμοζόμενο στην πρόσοψη του VPU, μετέτρεπε το σύστημα σε «φορητό«, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, σε μεταφερόμενο. Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι η Intertec είναι η εταιρεία κατασκευής του πολύ πιο γνωστού SUPERBRAIN. Ενός συστήματος «όλα σε ένα» βασισμένο στο δίαυλο S-100, με δύο επεξεργαστές Ζ80, που κυκλοφόρησε και στη χώρα μας στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

SMT Goupil 3 (1983): Ένας γαλλικός "all-in-one" υπολογιστής με τρεις επεξεργαστές στο εσωτερικό του
SMT Goupil 3 (1983): Ένας γαλλικός «all-in-one» υπολογιστής με τρεις επεξεργαστές στο εσωτερικό του

H γαλλική SMT, το 1983 και λίγο πριν περάσει και αυτή στα IBM-PC συμβατά, παρουσίασε το τρίτο και πολύ αξιόλογο μοντέλο της οικογένειας Goupil. Ο Goupil 3 επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις από τις πιο διαδεδομένες αρχιτεκτονικές της εποχής του, ενσωματώνοντας με μορφή καρτών, ισάριμους επεξεργαστές: Zilog Z80, Intel 8088 και Motorola 6809. Ειδικά ο MC6809 επιλέχθηκε λόγω συμβατότητας με τους προηγούμενους Goupil. Αν και οι τρεις επεξεργαστές δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα, ήταν δυνατό να αξιοποιήσουν μηχανισμό διαμοιρασμού χρόνου (time sharing). Το σύστημα της SMT εφοδιαζόταν με μεγάλο αριθμό λειτουργικών συστημάτων: CP/M για τον Z80, MS DOS και CP/M 86 για τον 8088, Flex 9 και Uniflex για τον MC6809. Ο Goupil 3 ήταν προορισμένος και σε ρόλο τερματικού τηλεπικοινωνιών, με ενσωματωμένο modem για τη σύνδεση με data servers, καθώς και υποστήριξη του γαλλικού προτύπου video text, Minitel.

Intertec HEADSTART VPU

Οι Ιάπωνες

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην ιαπωνική βιομηχανία υπολογιστών, όπου ο Z80 συνέχισε μέχρι και μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 να αποτελεί σταθερά στους επαγγελματικούς και προσωπικούς υπολογιστές, με κάποια από τα ιαπωνέζικα συστήματα μάλιστα να επιτυγχάνουν αξιόλογες πωλήσεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Οι Ιάπωνες, κυρίως λόγω ιδιαιτεροτήτων της τοπικής γλώσσας, ακολούθησαν το δικό τους δρόμο στην ανάπτυξη προτύπων και λειτουργικών συστημάτων. Αν και τα περισσότερα ιαπωνικά μοντέλα μπορούσαν να τρέξουν CP/M, οι κατασκευαστές σχεδίαζαν κατά κύριο λόγο δικά τους OS.

Sharp MZ80K. Από τους πρώτους ιαπωνικούς υπολογιστές με επεξεργαστή Zilog Z80 και εκείνος που θεωρείται ότι συμπλήρωσε το τρίο των αμερικάνικων πρώτων προσωπικών υπολογιστών (Apple II, Commodore PET και Tandy TRS-80)
Sharp MZ80K (1978). Από τους πρώτους ιαπωνικούς υπολογιστές με επεξεργαστή Zilog Z80 και εκείνος που θεωρείται ότι συμπλήρωσε το αμερικάνικο τρίο των πρώτων προσωπικών υπολογιστών (Apple II, Commodore PET και Tandy TRS-80)

Η πιο γνωστή, επιτυχημένη και μεγάλη ιαπωνέζικη οικογένεια προσωπικών υπολογιστών, ήταν η σειρά MZ της Sharp. Η Sharp ήταν άλλωστε και η εταιρεία με την πιο σταθερή στη χρήση της πλατφόρμας της Zilog, σε όλα τα επίπεδα χρήσης. Οι ΜΖ ξεκίνησαν το 1978, με τον MZ-80K σε μορφή κιτ, χωρίς γραφικά και με έναν απλό beeper. Με τις διαδοχικές εκδόσεις, απέκτησαν έγχρωμα γραφικά (MZ-700, 1982), 3κάναλο ήχο (MZ-800, 1984) για να καταλήξουν το 1987 στο κορυφαίο -πλην αποτυχημένο- μοντέλο MZ-2800 με γραφικά υψηλής ανάλυσης 640×400 pixels, παλέτα 65 χιλιάδων χρωμάτων και πολυκάναλο ήχο. Ο συγκεκριμένος μάλιστα διέθετε διπλό επεξεργαστή, έναν 80286 που του επέτρεπε να λειτουργεί σαν τυπικό PC και τον αειθαλή Ζ-80 (της έκδοσης Β) για προς τα πίσω συμβατότητα. Από τους ΜΖ, ξεχωρίζει ο λεγόμενος «Super MZ«, δηλαδή το μοντέλο MZ-2500 του 1985, οπότε και οι επιδόσεις στα γραφικά εκτοξεύτηκαν (640×400 pixels και παλέτα 256 χρωμάτων), ενώ παράλληλα χρησιμοποιήθηκε ο ταχύτερος Z80Β, στα 6MHz. Κοινό στοιχείο όλων των ΜΖ, μέχρι το 1982, ήταν ο σχεδιασμός «όλα σε ένα» με το σύστημα να ενσωματώνει μονόχρωμο μόνιτορ και κασετόφωνο. Από το 1983 και μετά, οι MZ απέκτησαν μορφή desktop με επιλογή μόνιτορ και floppy disk drives. Οι MZ ήταν από τους λίγους ιαπωνικούς υπολογιστές που διέγραψαν αξιοπρεπέστατη εμπορική πορεία σε Ευρώπη και ΗΠΑ.  Από την εξέλιξή τους προέκυψε και ο, προορισμένος για επεξεργασία βίντεο, Sharp Χ1, που όμως θα δούμε παρακάτω.

Παράλληλα όμως με τους MZ, η Sharp παρουσίασε το 1980, τη σειρά PC (3100/3200). Επαγγελματικά desktop συστήματα, επίσης βασισμένα στον Ζ80, χωρίς γραφικά, με περισσότερη μνήμη, floppy disk drives (PC-3200) και λειτουργικό σύστημα FDOS, σχεδιασμένο από την ίδια τη Sharp.

Ο άλλος βασικός υποστηρικτής της πλατφόρμας της Zilog στην Ιαπωνία, υπήρξε η NEC. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι η Sharp και η NEC ήταν οι δύο κύριοι κάτοχοι γραμμών παραγωγής του Z80 στην Ιαπωνία, ενώ επίσης και οι δύο κατασκεύασαν παράγωγά του (LH0080 και µPD780C αντίστοιχα). Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι ο επεξεργαστής του εμβληματικού Sinclair ZX80 ήταν κατασκευής NEC. Σε αντίθεση με την Sharp, η NEC αξιοποίησε τον Ζ80 πρωτίστως στους οικιακούς υπολογιστές της, ενώ για τους προσωπικούς/επαγγελματικούς υιοθέτησε από πολύ νωρίς την αρχιτεκτονική x86 και μάλιστα για να αντιπαρατεθεί (με επιτυχία) στην IBM, με τον PC-98, το 1983. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα όμως, η NEC έβαλε σε παραγωγή τον πρώτο της οικιακό υπολογιστή, τον PC-8001. Το μοντέλο εκείνο δεν έκανε απλά επιτυχία στην τοπική αγορά, αλλά και έως την έλευση του PC-9801 έγινε ο πιο διαδεδομένος υπολογιστής για επαγγελματική χρήση (παρότι home computer).

Δεν υπήρξε ούτε ένας από τους βασικούς κατασκευαστές της Ιαπωνίας που να μην παρουσίασε προσωπικό/επαγγελματικό υπολογιστή με τον 8μπιτο επεξεργαστή της Zilog. Κάποια μοντέλα μάλιστα υπήρξαν ιδιαίτερα ισχυρά, ολοκληρωμένα και ανταγωνιστικά, ακόμη και στην 16μπιτη εποχή των IBM-PC.

OKI if800 (model 30)
OKI if800 Model 30 – Ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα ιαπωνικού «όλα σε ένα» επαγγελματικού συστήματος.

Η «όλα σε ένα» αποτελούσε συνηθισμένη διάταξη στους ιαπωνικής κατασκευής προσωπικούς υπολογιστές. Πέρα από τους Sharp MZ, ίσως το πιο ενδεικτικό τέτοιο παράδειγμα, με επεξεργαστή Z80 και λειτουργικό CP/M, ήταν ο OKI if800, ο οποίος -το 1981– διατέθηκε και στην διεθνή αγορά, έχοντας να αντιπαραβάλει στην ίδια περίπου τιμή με τον IBM-PC, την ασύγκριτα πιο πλήρη σύνθεση που περιλάμβανε μόνιτορ, δύο FDD και εκτυπωτή dot-matrix, πακέτο τεσσάρων εφαρμογών γραφείου, αλλά και κορυφαία, για επαγγελματικό σύστημα, γραφικά. Η Sanyo από την πλευρά  της ακολούθησε το στυλ και τις προδιαγραφές των Sharp MZ, στα business μοντέλα της MBC. Τα βασικά MBC-1000/1100 που κυκλοφόρησαν και στις ΗΠΑ το 1982, ήταν ένα τυπικό CP/M σύστημα χωρίς γραφικά, που περιλάμβανε σε ένα σώμα το πληκτρολόγιο, την 12 ιντσών πράσινη οθόνη και ένα ή δύο FDD των 5,25». Το διάδοχο μοντέλο MBC-1200 διέθετε και δεύτερο επεξεργαστή Z80 για τον έλεγχο των συσκευών εισόδου/εξόδου και -το κυριότερο- γραφικά υψηλής ανάλυσης 640×400 pixels. Αντίστοιχης φιλοσοφίας και οι Sord M100, M203 και M223 που αναφέρονται στο τέλος της ενότητας. Ο πρώτος προσωπικός υπολογιστής της Casio τέλος, ο FX-9000P, ήταν κι αυτός ένας πολύ συμπαγής all-in-one υπολογιστής, στα όρια του μεταφερόμενου. Ενσωμάτωνε οθόνη CRT 5 ιντσών στον κορμό του και το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμά του ήταν η χρήση ROM και RAM cartridges σε μοφή αποθηκευτικού μέσου, για τα οποία διέθετε τέσσερις εισόδους δίπλα στο μόνιτορ. Οι τύπου CMOS RAM συνοδεύονταν από μπαταρία και με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να διατηρήσουν δεδομένα, για περίοδο μέχρι και τρία έτη. Εναλλακτικά βέβαια μπορούσε να δεχτεί εξωτερικό FDD. Γενικά, η φιλοσοφία του FX-9000P ήταν ανάμεσα στους υπολογιστές και τις ηλεκτρονικές αριθμομηχανές.

Ακόμη και λίγα χρόνια μετά την έλευση του IBM-PC, τα τυπικά δείγματα των ιαπωνικής κατασκευής προσωπικών υπολογιστών ήταν κατά βάση 8μπιτα και υποστηριζόμενα σχεδόν αποκλειστικά από την εταιρεία κατασκευής τους. Οι Ιάπωνες άργησαν να υιοθετήσουν τη συμβατότητα με τον IBM-PC και συνέχισαν να εξάγουν εναλλακτικές πλατφόρμες, ακόμη κι όταν πέρασαν από τα 8 στα 16 bits. Στη μεταβατική φάση μάλιστα, δεν ήταν σπάνια τα μοντέλα με δύο επεξεργαστές, έναν Z80 κι έναν Intel 8086/8088.

Epson QX-10. Τυπικό δείγμα 8μπιτου ιαπωνικού επαγγελματικού υπολογιστή. Πλήρης, ποιοτικός, ανθεκτικός, επεκτάσιμος αλλά και... μοναχικός.
Epson QX-10. Τυπικός 8μπιτος ιαπωνικός επαγγελματικός υπολογιστής. Πλήρης, ποιοτικός, ανθεκτικός, επεκτάσιμος αλλά και… μοναχικός.

O Epson QX-10 είναι ένα κλασικό δείγμα της ιαπωνικής φιλοσοφίας στους προσωπικούς υπολογιστές. Κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά τον IBM-PC, το 1982 και βασιζόταν στο συνδυασμό επεξεργαστή Ζ80Α (στα 4 MHz) με λειτουργικά συστήματα CP/M και TP/M (συμβατό με CP/M-80). Ήταν ένα πλήρες, ανθεκτικό και ποιοτικό μοντέλο που ακολουθούσε όμως μοναχική πορεία. Ένας υπολογιστής με υψηλής ανάλυσης γραφικά, χάρη στο ξεχωριστό κύκλωμα NEC 7220 (σ.σ. με πρόσθετη κάρτα αποκτούσε και δυνατότητα απεικόνισης χρωμάτων) που αξιοποιούνταν από την πληρέστατη έκδοση της BASIC που διέθετε. Εξαιρετικά επεκτάσιμος, χάρη σε μία σειρά καρτών της Epson, μεταξύ των οποίων και μία με δεύτερο επεξεργαστή 8086. Γι’ αυτό το λόγο διέθετε και τρεις θύρες επέκτασης στο εσωτερικό του. Γενικά, χωρίς να υιοθετεί κάποια καινοτομία, ήταν ένας τίμιος επαγγελματικός υπολογιστής. Παρά την επικράτηση του IBM-PC, η Epson συνέχισε να στηρίζει την αρχιτεκτονική του και στο διάδοχο μοντέλο του 1986, τον QX-16. Έναν έγχρωμο -πλέον- υπολογιστή με δύο επεξεργαστές (Ζ80 και 8086) κι ένα OS επιπλέον (MS DOS). Παρόμοια και η φιλοσοφία σχεδιασμού του Casio FP-1000/1100 που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα. Οι δύο εκδόσεις διέφεραν μόνο ως την ύπαρξη χρώματος στα γραφικά. Τυπικό δείγμα 8μπιτου προσωπικού υπολογιστή με CP/M, 64KB μνήμη και δύο θύρες επέκτασης. Η Casio μάλιστα, ακόμη και το 1986 που μπήκε στην 16μπιτη εποχή με τον FP-6000 συνέχισε να μην παρακολουθεί το πρότυπο IBM-PC, παρόλο που εφοδίασε τον υπολογιστή της με x86 επεξεργαστή. Κάτι όμως που αποδείχτηκε μοιραίο για την εμπορική του πορεία, παρόλο που ήταν ένα ανταγωνιστικό και πολύ ποιοτικό σύστημα.

Τα μοντέλα της σειράς M200, ήταν από τους πρώτους προσωπικούς υπολογιστές ιαπωνικής κατασκευής.
Τα μοντέλα της σειράς M200, ήταν από τους πρώτους προσωπικούς υπολογιστές ιαπωνικής κατασκευής.

Αφήσαμε για το τέλος την Sord (σ.σ. εξαγοράστηκε το 1999 από την Toshiba). Αν και μικρότερη εταιρεία, υπήρξε παραγωγικότατη τη δεκαετία του ’80 και στηρίχθηκε σχεδόν εξολοκλήρου στον Z80, τόσο για οικιακά όσο και για επαγγελματικά συστήματα, ακόμη και για βιομηχανικές εφαρμογές. H Sord συνέχισε το 1977 την παράδοση του πρωτοπόρου Ιάπωνα κατασκευαστή (σ.σ. ήταν η πρώτη εταιρεία που κατασκεύασε μικροϋπολογιστή στην Ιαπωνία) με τη σειρά Μ200. Μία οικογένεια από all-in-one συστήματα, με μονόχρωμη οθόνη και έως τέσσερα FDD των 5,25», βασισμένα στο δίαυλο S-100. Οι Μ200 (M203 και M223) εξοπλίζονταν με BASIC σχεδιασμού Sord και μαθηματικό συνεπεξεργαστή AMD 9511. Το 1979, ο M223 Mark IV θα είναι ο πρώτος Sord με σκληρό δίσκο. To 1980, o M203 Mark II προοριζόταν για βιομηχανική χρήση, καθώς διέθετε δύο θύρες RS232 και μετατροπείς αναλογικού σε ψηφιακό σήμα (DAC). Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι επαγγελματικοί υπολογιστές της Sord συνοδεύονταν κι από μία πρωτοποριακή εφαρμογή spreadsheet, αποκαλούμενη PIPS. To 1982, η εταιρεία παρουσιάζει ένα πανίσχυρο -και πανάκριβο- σύστημα με δύο διαύλους S-100 ταυτόχρονα πάνω στην ίδια μητρική. Έναν 16μπιτο που αντιστοιχούσε στον επεξεργαστή MC68000 και διέθετε τρεις θύρες επέκτασης κι έναν 8μπιτο για τον Ζ80, με δύο θύρες. Ουσιαστικά ήταν δύο υπολογιστές σε έναν, αφού το 16μπιτο mode ήταν διαφορετικό από το 8μπιτο και απαιτούσε επανεκκίνηση. Ο Μ68, διέθετε κι αυτός μαθηματικό συνεπεξεργαστή της AMD. Τέλος, ένα ακόμη σύστημα διπλού επεξεργαστή, κυκλοφόρησε το 1984. Ο Μ343 διέθετε και πάλι 8/16μπιτο συνδυασμό, με επεξεργαστές 8088 και Ζ80. Στην εξέλιξή του τα επόμενα χρόνια, ο Μ343 διαμορφώθηκε σε ένα αποκλειστικά 16μπιτο σύστημα που έτρεχε MS DOS.

ΦΟΡΗΤΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

Θα ήταν αδύνατο ένας τόσο διαδεδομένος επεξεργαστής, όπως ο Ζ80, να μην διαθέτει εξίσου μεγάλη εκπροσώπιση και στο χώρο των φορητών υπολογιστών. Για την ακρίβεια, ο επεξεργαστής της Zilog έχει χρησιμοποιηθεί στη μεγαλύτερη γκάμα φορητών συσκευών από κάθε άλλο επεξεργαστή, από τους πρώτους «βαλιτσοειδείς» μεταφερόμενους της δεκαετίας του ’80, έως scientific calculators τη δεκαετία του ’90. Χάρη στον Ζ80 μάλιστα, εμφανίστηκαν και τα πρώιμα laptop σε μέγεθος σελίδας Α4, οι πρόγονοι των σημερινών tablet PC, που γνώρισαν πολύ μεγάλη διάδοση στα 80s.

Otrona Attache
Otrona Attache (1984). Το πιο κομψό, συμπαγές και ελαφρύ φορητό σύστημα CP/M. Αν και η μικροσκοπική CRT οθόνη των 5» δεν ήταν η ιδανικότερη.

Τα πιο γνωστό μοντέλα φορητών υπολογιστών με Z80 είναι αναμφίβολα οι Osborne I (1981)και Kaypro II (1982) που εισήγαγαν και το σχεδιασμό της βαλίτσας. Της ίδιας φιλοσοφίας σχεδιασμού, αλλά λιγότερο γνωστοί: ο Philips P2000C του 1982, o γερμανικός Nano SKS-2500 επίσης του 1982, που μπορούσε να δεχτεί δύο ακόμη επεξεργαστές σε μορφή κάρτας (MC68000 και Intel 80186), ο «ελληνοπρεπής» Telcon Zorba του 1983, και ο Otrona Attache του 1984 (σ.σ. ίσως ο πιο συμπαγής φορητός σε σχεδιασμό βαλίτσας). Τελευταίος αυτού του τύπου των συστημάτων, θεωρείται ο ουαλλικής κατασκευής Thorn WREN, επίσης του 1984. Ένα άγνωστο στους περισσότερους, αλλά ιδιαίτερα ποιοτικό, φορητό μοντέλο, βάρους 12 κιλών, που είχε διττό ρόλο: προσωπικός υπολογιστής CP/M και τερματικό Teletext.

Actrix DS (1982): Ο πληρέστερος "μεταφερόμενος" υπολογιστής με επεξεργαστή Z80, διέθετε δύο FDD, εκτυπωτή σελίδας και ακουστικό μόντεμ.
Actrix DS (1982): Ο πληρέστερος «μεταφερόμενος» υπολογιστής με επεξεργαστή Z80, διέθετε δύο FDD, εκτυπωτή σελίδας και ακουστικό μόντεμ.

Από όλα αυτά τα μοντέλα αξίζει να σταθούμε στο πιο πλήρες: τον Access Computer (και αργότερα Actrix DS) του 1982. Ο Acrtix διέθετε δύο επεξεργαστές Z80, με τον ένα να αναλαμβάνει αποκλειστικά τον έλεγχο της απεικόνισης και των συσκευών εισόδου/εξόδου. Επίσης όμως μπορούσε να τοποθετηθεί και ένας επιπλέον 8088, σε μορφή κάρτας, που του εξασφάλιζε συμβατότητα με το MS DOS. Στο «βαλιτσάκι» του συστήματος περιλαμβάνονταν η ευδιάκριτη πορτοκαλί οθόνη CRT, διαγωνίου 9,5 ιντσών και έως δύο FDD των 5,25». Στο πάνω μέρος του υπήρχε dot matrix εκτυπωτής πλήρους σελίδας, των 132 χαρακτήρων με ταχύτητα 80 cps. Τέλος, στο πίσω μέρος του, ήταν προσαρμοσμένο εξωτερικά ένα ακουστικό modem πρώτης γενιάς με ταχύτητα έως 1.200 baud. Το ότι το «πακέτο» αυτό διέθετε χερούλι που το καθιστούσε μεταφερόμενο, δεν σημαίνει ότι ήταν και ο ιδανικός φορητός. Αφενός μεν ζύγιζε κάτι περισσότερο από 15 κιλά και αφετέρου δε ήταν αδύνατο να λειτουργήσει αυτόνομα, μακριά από παροχή ρεύματος.

Μία άλλη διάταξη φορητού υπολογιστή, γνωστή από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και ιδιαίτερα αγαπητή στην ΙΒΜ και την HP, ήταν εκείνη της «αριθμομηχανής«. Ένας τυπικός εκπρόσωπος αυτού του σχεδιασμού υπολογιστής με επεξεργαστή Z80, ήταν ο Sord M23P, που κυκλοφόρησε το 1983 και ήταν ο πρώτος υπολογιστής που αξιοποιούσε τα νέα τότε floppy disk drive 3,5 ιντσών της Sony, εκτός βέβαια της ίδιας της Sony. Από την Ιαπωνία και τα δύο μοντέλα AVC 777 της Aval, τα οποία σχεδιαστικά βρίσκονταν ανάμεσα στις δύο παραπάνω κατηγορίες φορητών. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δύο αυτών υπολογιστών που κυκλοφόρησαν το 1982, ήταν η ενσωμάτωση θερμικού εκτυπωτή χαρτοταινίας στη ράχη του συστήματος.

Toshiba T-100 (1982): Η αμερικάνικη εκδοχή του PASOPIA. Χάρη στην ύπαρξη LCD οθόνης στο πληκτρολόγιο, το σύστημα λειτουργούσε και αυτόνομα
Toshiba T100 (1982): Η αμερικάνικη εκδοχή του PASOPIA. Χάρη στην ύπαρξη LCD οθόνης στο πληκτρολόγιο, το σύστημα λειτουργούσε και αυτόνομα

Δύο ακόμη μοντέλα που συγκαταλέγονται στους φορητούς υπολογιστές με Ζ80, αλλά αποτελούν μία κατηγορία από μόνα τους, είναι  ο Toshiba T100 του 1982 και ο Pied Piper του 1983. Ο μεν T100 ήταν η αμερικάνικη έκδοση του PASOPIA και, ενώ αποτελούσε το πληκτρολόγιο-κύρια μονάδα ενός αρκετά ισχυρού -ειδικά στα γραφικά- προσωπικού υπολογιστή, παρουσίαζε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτονομίας. Το σύστημα ενσωμάτωνε οθόνη LCD 8 γραμμών των 40 χαρακτήρων και σε συνδυασμό με RAM cartridge εφοδιασμένα με μπαταρία, του δινόταν η δυνατότητα να λειτουργήσει μακριά από μόνιτορ και εξωτερικά μέσα αποθήκευσης. Ο δε Piper που μπορεί να έμοιαζε με οικιακό υπολογιστή με ενσωματωμένο FDD (σ.σ. το ίδιο στυλ σχεδιασμού ακολούθησε και η Amstrad με τον CPC 664/6128 μερικά χρόνια αργότερα), ωστόσο προωθήθηκε ως φορητό επαγγελματικό σύστημα. Καθώς στην κύρια μονάδα ενσωματώνονταν το πληκτρολόγιο και το FDD, με το πρώτο να διαθέτει καλύπτρα προστασίας, ο Pied Piper μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί και να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με τηλεόραση ή μόνιτορ. Ο επιπλέον εξοπλισμός του, περιλάμβανε την επαγγελματική σουίτα Perfect Software, με εφαρμογή επεξεργασίας γραφικών, διορθωτή και λογιστικό φύλλο.

Handheld

Τη δεκαετία του ’80, οι υπολογιστές χειρός διάστασης σελίδας Α4 ήταν αρκετά διαδεδομένοι και σε ρόλο ενισχυμένου Organizer -με αρκετές εφαρμογές γραφείου- για επαγγελματίες. Ο Ζ80 αξιοποιήθηκε σε αυτά τα συστήματα έως και τη δεκαετία του ’90. Από τότε έως και σήμερα ο Ζ80 συνεχίζει να εξελίσσεται ως embedded επεξεργαστής/μικροελεγκτής σε δεκάδες ειδικές συσκευές και συστήματα αυτοματισμού.

ΕΙΔΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

Οι υπολογιστές «ειδικών αποστολών» που βασίζονταν στον Z80 υπήρξαν πολυάριθμοι και σε αυτές τις περιπτώσεις κρύβονται και τα πιο άγνωστα «διαμάντια». Η δε υποστήριξη της 8μπιτης πλατφόρμας της Zilog, χάρη σε αυτά τα μοντέλα, προχώρησε και μέχρι τη δεκαετία του ’90, μία εικοσαετία μετά την κυκλοφορία του Ζ80.

Σταθμοί Εργασίας

Altos ACS-8000: Ένα επαγγελματικό σύστημα της εποχής με επεξεργαστή Ζ-80 και δυνατότητα παράλληλης χρήσης από τέσσερα τερματικά
Altos ACS-8000: Ένας από τους πρώτους επαγγελματικούς σταθμούς εργασίας με επεξεργαστή Ζ-80 και δυνατότητα παράλληλης χρήσης από τέσσερα τερματικά

Κι όμως, η ισχύς του Z80 εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ήταν αρκετή για να υποστηρίξει πολυχρησία μέσω τερματικών. Τυπικό δείγμα αυτής της κατηγορίας, ο Altos ACS-8000 του 1978. Ένα «κουτί» με επεξεργαστή Z80A και μνήμη από 32ΚΒ, μπορούσε να υποστηρίξει έως και τέσσερα τερματικά, ενώ με αναβαθμίσεις έφτανε ως και τους εννέα χρήστες. Ο ACS-8000 μπορούσε να εξολπιστεί με FDD των , σκληρούς δίσκους Winchester έως 40 ΜΒ και μαγνητικές ταινίες των 17 ΜΒ. Παρόμοιες δυνατότητες είχαν και οι υπολογιστές της Cromemco που είδαμε παραπάνω.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει μία ξεχωριστή αναφορά στο λειτουργικό σύστημα MP/M (Multi-Programming Monitor Control Program). Ήταν μία ειδική έκδοση του CP/M, σχεδιασμένη το 1979 από την Digital Research και επέτρεπε την ταυτόχρονη πρόσβαση στο ίδιο σύστημα από πολλαπλά τερματικά. Ένα ιδιαίτερα εξελιγμένο για την εποχή του OS για μικροϋπολογιστές, με πυρήνα σχεδιασμένο για πολυεπεξεργασία, με αλγόριθμο προτεραιότητας πρόσβασης, προστασία μνήμης και ταυτόχρονη χρήση συσκευών εισόδου/εξόδου. Επίσης παρείχε τη δυνατότητα στους χρήστες να τρέχουν πολλαπλά προγράμματα την ίδια στιγμή. Όπως και με την περίπτωση του CP/M, έτσι και το MP/M ανασχεδιάστηκε αργότερα και για επεξεργαστές x86, στην έκδοση MP/M-86. Χάρη στο MP/M οι επεξεργαστές 8080/8085 (λιγότερο) και ο Z80 (περισσότερο) μπόρεσαν να εξοπλίσουν τα πρώτα συστηματα μικροϋπολογιστών με δυνατότητα πολυεπεξεργασίας. Βέβαια, η 8μπιτη αρχιτεκτονική των Ζ80 παρουσίαζε σοβαρούς περιορισμούς στο περιβάλλον πολυχρησίας, με κυριότερα την διευθυνσιοδότηση μόλις 64 ΚΒ μνήμης και η απουσία προστατευμένης κατάστασης λειτουργίας σε επίπεδο hardware. Tα multi-user συστήματα με Ζ80 κάλυπταν εντελώς βασικές απαιτήσεις, ενώ το MP/M δεν πλησίασε ποτέ το UNIX σε λειτουργικότητα και διάδοση.

Ο SMP-8 μπορούσε να συνδεθεί με έως και 8 τερματικά, μέσω ισάρριθμων θυρών UART στην κύρια μονάδα.
Ο SMP-8 μπορούσε να συνδεθεί με έως και 8 τερματικά, μέσω ισάρριθμων θυρών UART στην κύρια μονάδα.

Ένα τέτοιο πολύ ευέλικτο μοντέλο, που μπορούσε να αποτελέσει ταυτόχρονα προσωπικό υπολογιστή, αλλά και σταθμό εργασίας ήταν ο SMP-8 της γαλλικής εταιρείας ADD-X Systèmes που κυκλοφόρησε το 1981. Με αναβάθμιση της μνήμης στα 256 ΚΒ, ειδικά για τα τερματικά, τοποθέτηση ROM cards και χρήση του MP/M, το εν λόγω σύστημα ήταν ικανό να υποστηρίξει έως και οκτώ χρήστες. Η κύρια μονάδα του συστήματος διέθετε οκτώ θύρες UART[1] γι’ αυτό το σκοπό. Μία πιο «ελαφριά» έκδοση, ο SMP-5 για τρεις χρήστες, κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα.

Μία άλλη υποκατηγορία υπολογιστών είναι εκείνοι που είτε σχεδιάστηκαν ως συστήματα τοπικού δικτύου, είτε διέθεταν εξελιγμένες δυνατότητες επικοινωνιών, ώστε και πάλι να συμμετέχουν σαν σταθμοί εργασίας σε ευρύτερα δίκτυα.

Ο DMS-5000 ξεχώριζε για τη δυνατότητα περιστροφής της οθόνης κατά 90 μοίρες, που τον καθιστούσε έναν εξαιρετικής εργονομίας υπολογιστή γραφείου
Ο DMS-5000 ξεχώριζε για τη δυνατότητα περιστροφής της οθόνης κατά 90 μοίρες, που τον καθιστούσε έναν εξαιρετικής εργονομίας υπολογιστή γραφείου

Η Digital Microsystems υπήρξε μία εταιρεία που ειδικεύτηκε στους υπολογιστές διπλού χαρακτήρα, PC/τερματικού. Σε αυτά υλοποιήθηκε ένας από τους πρώτους τύπους τοπικής δικτύωσης σε 8μπιτο μικροϋπολογιστή, γνωστό ως HiNet, το 1979. Το πρώτο μοντέο της εταιρείας, το DMS-3, ήταν ένας μεταφερόμενος υπολογιστής βασισμένος στο συνδυασμό Z80-CP/M. Καθώς ενσωμάτωνε οθόνη CRT 9 ιντσών και FDD ή και HDD των 15 MB, ο DMS-3 μπορούσε να αποτελέσει έναν αυτόνομο προσωπικό υπολογιστή. Ταυτόχρονα όμως, μέσω της θύρας δικτύου HiNet και των 4 συνολικά RS232, αποκτούσε πρωτόγνωρη ευελιξία σε ρόλο τερματικού και ειδικά σε βιομηχανική χρήση, για τον έλεγχο διαδικασιών παραγωγής. Παράλληλα κυκλοφόρησε ένα δεύτερο μοντέλο, το DMS-5000,  αποκλειστικά για χρήση γραφείου, με ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: την περιστρεφόμενη κατά 90 μοίρες οθόνη, που του χάριζε εξαιρετική ευχρηστία για εφαρμογές επεξεργασίας κειμένου, λογιστικά φύλλα και γραφικές παραστάσεις.

Στην high end έκδοση BOSS2, ο "όλα σε ένα" υπολογιστής της Olympia, εφοδιασμένος με Ζ80, μπορούσε να λειτουργήσει σε δίκτυο τεσσάρων συστημάτων.
Στην high end έκδοση BOSS2, ο «όλα σε ένα» υπολογιστής της Olympia, εφοδιασμένος με Ζ80, μπορούσε να λειτουργήσει σε δίκτυο τεσσάρων συστημάτων.

Ο γαλλογερμανικός Olympia BOSS αποτέλεσε μία ξεχωριστή, ισχυρή και ευέλικτη περίπτωση επαγγελματικού υπολογιστή το 1981. Ένα εντυπωσιακής εμφάνισης all-in-one σύστημα, με ενσωματωμένη μονόχρωμη CRT οθόνη και δύο FDD των 5,25» που κυκλοφόρησε σε έκδοση με επεξεργαστή 8085 (στα 2,5 MHz) και Z80 (στα 4 MHz). Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν ότι εξοπλιζόταν με το λειτουργικό σύστημα Prologue[2] (σ.σ. αρκετά διαδεδομένο στην γαλλική αγορά) και την γλώσσα BAL, που αποτελούσε μία εκδοχή της BASIC με compiler. Το ό,τι μπορούσε να τρέξει και σε περιβάλλον CP/M αποτελούσε μάλλον μπόνους, παρά βασικό προορισμό. Το κακό ήταν ότι το σύστημα κυκλοφόρησε σε πολλές υποεκδόσεις με διαφορετικούς τύπους δισκέττας και αρκετές ασυμβατότητες μεταξύ τους. Στην κορυφαία του έκδοση Μ, ο Olympia BOSS μπορούσε να λειτουργήσει σε δίκτυο τεσσάρων υπολογιστών που μοιράζονταν κοινούς πόρους μεταξύ των οποίων και τους σκληρούς δίσκους, σε σύνολο 20 MB (από έναν HDD των 5 MB έκαστος).

Τέλος θα πρέπει να γίνει μία ξεχωριστή αναφορά και σε ένα πολύ ιδιαίτερο σύστημα, πάλι από τη Γερμανία. Ο Alphatronic PC (αργότερα Matmos PC), κατασκευασμένος από την Triumph Adler το 1983, είχε τριπλή αποστολή: οικιακός υπολογιστής, υπολογιστής γραφείου με έμφαση την επεξεργασία κειμένου και τερματικό. Πρακτικά ωστόσο ήταν λίγο από όλα, χωρίς πουθενά να καλύπτει κάτι παραπάνω από τα βασικά, καθώς είχε χαμηλής ανάλυσης γραφικά (160×72 dots), μονοκάναλο ήχο και σχετικά υψηλή τιμή. Είχε μία σχετική επιτυχία στη γερμανική αγορά, καταφέρνοντας να πλασαριστεί στο Top 5 των πωλήσεων, αλλά γενικά δεν απέκτησε σοβαρή διείσδυση σε καμία από τις τρεις κατηγορίες αγοραστών, όπου προοριζόταν.

NABU Network Το καναδικό Διαδίκτυο

NABU Network PC (1982)
NABU Network PC (1982)

Το 1982 κυκλοφόρησε στον Καναδα το NABU Network PC., συνδυασμένο με μία υπηρεσία που χαρακτηρίστηκε αργότερα «Το Internet πριν την εποχή του«.  Ένα πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα δικτύωσης σπιτιών, σχολείων και εταιρειών, μέσω των γραμμών της καλωδιακής τηλεόρασης. Οι χρήστες του NABU Netowork μπορούσαν να κατεβάσουν εφαρμογές και παιχνίδια στον υπολογιστή τους, αλλά και να ανεβάσουν περιεχόμενο στους servers του δικτύου. Ο υπολογιστής που κυκλοφόρησε αποκλειστικά γι’ αυτήν την υπηρεσία, ήταν ένας τυπικός home computer, με εξελιγμένο -για την εποχή- κύκλωμα έγχρωμων γραφικών TI TMS9918 (όπως των MSX). Για τη σύνδεση με το δίκτυο χρησιμοποιούσε κάρτα εφοδιασμένη με θύρα UART και 8μπιτο επεξεργαστή SC87253P σε ρόλο ελεγκτή. Η σύνδεση γινόταν με ταχύτητα αδιανόητη για τα επόμενα είκοσι και πλέον χρόνια, της τάξης των 6Mbit/sec! Από την άλλη όμως το δίκτυο μέσω καλωδιακής τηλεόρασης μειονεκτούσε λόγω του γεγονότος ότι ήταν μονού δρόμου και παρείχε πολύ χαμηλή ασφάλεια. Παρόλο που η καναδική κυβέρνηση χρηματοδότησε το NABU Network, η υπηρεσία έπαψε να λειτουργεί το 1985, καθώς οι πωλήσεις του καναδικού υπολογιστή ήταν πολύ χαμηλές, σε σύγκριση με τα ανταγωνιστικά home micro.

Video Editing

Μία αγαπημένη ενασχόληση, ειδικά στην Ιαπωνία, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήταν και η επεξεργασία βίντεο. Τότε ακόμη η ψηφιοποίηση ήταν στα σπάργανα, ενώ πιο διαδεομένη ήταν η ένθεση κειμένου και εφέ σε αναλογικό βίντεο. Ο Ζ80 υπήρξε ο κυρίαρχος επεξεργαστής σε υπολογιστές που είχαν αυτού του είδους τις δυνατότητες, κάτι που οφείλεται και στο γεγονός ότι τα κατ’ εξοχήν μοντέλα με δυνατότητα επεξεργασίας βίντεο ήταν τα MSX.

Sony SM-70. Ένας πολύ ειδικός υπολογιστής για video editing και ο πρώτος με ενσωματωμένο FDD 3,5 ιντσών.
Sony SMC-70. Ένας πολύ ειδικός υπολογιστής για video editing και ο πρώτος με ενσωματωμένο FDD 3,5 ιντσών.

Έχουν ωστόσο προηγηθεί η Sony, με τον SMC-70, και τη Sharp, με τον Χ1, το 1982. Το μοντέλο της Sony υπήρξε από τους πρώτους υπολογιστές γραφείου, που -στην έκδοση G– προοριζόταν για επαγγελματική επεξεργασία βίντεο και ο πρώτος του είδους του με ενσωματωμένο floppy disk drive των 3,5 ιντσών. Ο αποκαλούμενος και ως GenLocker[1] μπορούσε να ενθέσει κείμενο πάνω σε βίντεο, διαθέτοντας στη ROM του το πλήρες σετ των ιαπωνικών ιδεογραμμάτων. Ένα πολύ ενδιαφέρον -και πρωτοποριακό- περιφερειακό του SMC-70, ήταν το SMC-7086 supercharger. Μία εξωτερική μονάδα με επεξεργαστή 8086 και 256 ΚΒ επιπλέον μνήμης RAM. Με αυτό, ο υπολογιστής γινόταν ένα σύστημα διπλού επεξεργαστή που μάλιστα μπορούσαν να λειτουργούν ταυτόχρονα και να μοιράζονται από κοινού τη RAM, εκτοξεύοντας τις επιδόσεις του. Ο Sharp X1 από την άλλη, μπορούσε και να ενθέσει κείμενο και γραφικά στο τηλεοπτικό σήμα, αλλά και να κάνει video capture (με ποιότητα 8 χρωμάτων). Και οι δύο υπολογιστές εφοδιάζονταν με τον Z80A στα 4 MHz, καθώς και λειτουργικό CP/M.

Aπό το 1985 όμως, οπότε έρχεται η έκδοση 2 των MSX, η ψηφιοποίηση βίντεο και η ένθεση σε τηλεοπτικό σήμα, γίνονται κοινός τόπος για αυτούς τους 8μπιτους υπολογιστές με επεξεργαστή Z80. Αρκετοί Ευρωπαίοι και Ιάπωνες κατασκευαστές παρουσιάσαν ειδικά μοντέλα με πανίσχυρα audio/visual χαρακτηριστικά, που δεν χρησιμοποιήθηκαν απλά από χομπίστες, αλλά και από εταιρείες παραγωγής και τηλεοπτικούς σταθμούς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, οι JVC HC-95, National FS-5500Philips NMS-8280,και Sony HB 701,  Κάποιοι μάλιστα μπορούσαν να συνδεθούν με τις νέες τότε συσκευές laser disc, όπως ο Pioneer PX-7, ο Sony HB G900F και ο Philips VG 8235 (CDi).

Εκπαίδευση

O LINK 480z της Research Machines μπήκε στα βρετανικά σχολεία, αν και έμεινε στη σκιά του BBC Micro
O LINK 480z της Research Machines μπήκε στα βρετανικά σχολεία, αν και έμεινε στη σκιά του BBC Micro (στη φωτογραφία, διαφήμιση της νεότερης έκδοσής του, του 1982)

Πέρα από τους πολύ φθηνούς home computer της Sinclair (ZX80, ZX81, ZX Spectrum) που έγιναν η αιτία να διαδωθούν οι υπολογιστές στις νεαρότερες ηλικίες, ένας άλλος τόπος να βρεθούν για πρώτη φορά τα παιδιά σε επαφή με τους υπολογιστές ήταν τα σχολεία. Ο Z80, όντας φθηνός, γρήγορος και αξιόπιστος,  έγινε ο πυρήνας πολλών εκπαιδευτικών υπολογιστών σε όλο τον κόσμο. Από τη Σουηδία έως την Αυστραλία και από τη Μεγάλη Βρετανία έως ακόμη και τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Εκτός ΗΠΑ όμως, όπου ο MOS 6502 κυριάρχησε στην εκπαίδευση μέσω τον Commodore PET και Apple II. Ακολουθούν, μερικοί από τους εκπαιδευτικούς υπολογιστές με επεξεργαστή Ζ80, που μπήκαν στα σχολεία τη δεκαετία του ’80.

ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ: Applied Technologies Microbee – Ξεκίνησε από κιτ το 1982, για να γίνει ο σχολικός υπολογιστής των Αυστραλών. Κύριο χαρακτηριστικό του η ευελιξία και επεκτασιμότητα της πλατφόρμας, καθώς με αλλεπάλληλες τροποποιήσεις της βασικής σύνθεσης, ο Microbee πήρε τη μορφή οικιακού, προσωπικού και επαγγελματικού υπολογιστή.
ΓΑΛΛΙΑ: Bull Micral 80/22 – Ένας πολύ ακριβός «όλα σε ένα» υπολογιστής του 1980, με το ειδικά σχεδιασμένο από την Bull, λειτουργικό σύστημα Prologue με χαρακτηριστικά multitasking (πολυδιεργασίας) και multiuser (πολλαπλών ταυτόχρονων χρηστών). Ήταν ο πρώτος υπολογιστής που μπήκε στα σχολεία της Γαλλίας, πριν τους Thomson.
ΔΑΝΙΑ: Regnecentralen RC 700 Piccolo – Ένα αρκετά ιδιαίτερο σύστημα που κατασκευάστηκε από κρατική εταιρεία της Δανίας, με αποκλειστικό προορισμό τη χρήση του στα σχολεία. Διέθετε ένα ή δύο FDD 5,25» και μπορούσε να εφοδιαστεί με CP/M, παράλληλα με επέκταση μνήμης στα 64ΚΒ. Αντί της BASIC, ο RC 700 ήταν εφοδιασμένος με τη γλώσσα Comal, επίσης σχεδιασμένη στη Δανία για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
ΜΕΓ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ: Research Machines LINK 480Z – Σχεδιάστηκε αρχικά σαν υπολογιστής δικτύου, και με γνώμονα τις ανάγκες του σχολείου. Στη βασική του σύνθεση ήταν φθηνός και με απλά ικανοποιητικό εξοπλισμό, αλλά με τις κατάλληλες προσθήκες μπορούσε να υποστηρίξει και CP/M. Μπήκε στα σχολεία της Μεγ. Βρετανίας, αλλά έμεινε στη σκιά του BBC Micro της Acorn, ο οποίος αποτέλεσε το βασικό εκπαιδευτικό εργαλείο έως και τις αρχές της δεκαετίας του ’90.
ΝΟΡΒΗΓΙΑ: Tiki-Data Kontiki-100 – Ένα ακόμη αξιοπρόσεκτο σύστημα, αυτή τη φορά από τη Νορβηγία. Ισχυρός, με ευέλικτη και πλούσια στη σύνθεση που περιλάμβανε έως και σκληρό δίσκο και δυνατότητες δικτύωσης, ο Kontiki-100 έγινε βασικός σχολικός υπολογιστής, αλλά και ταυτόχρονα γνώρισε εμπορική επιτυχία ως home και personal computer στη Νορβηγία. Το λειτουργικό του σύστημα ήταν παρόμοιο με το CP/M 2.2 και ονομαζόταν TIKO.  Ξεχώριζε για τις εξαιρετικές επιδόσεις του στα γραφικά, καθώς υποστήριζε αναλύσεις έως και 1.024×256 pixels!
ΟΛΛΑΝΔΙΑ: Philips P2000 – Η πρώτη προσπάθεια της ολλανδικής Philips να μπει στο χώρο των οικιακών υπολογιστών ήρθε αρκετά νωρίς (το 1980) με τον P2000. Ένα ποιοτικό σύστημα βασικών προδιαγραφών και χωρίς καν γλώσσα προγραμματισμού στη ROM αλλά με ενσωματωμένο κασετόφωνο (για μικροκασέτες). Απέτυχε εμπορικά εκτός Ολλανδίας, αλλά χρησιμοποιήθηκε σε πολλά σχολεία εκεί και στη γειτονική Γερμανία.
ΣΟΥΗΔΙΑ: Luxor ABC 80 – Ο τρίτος και τελευταίος σκανδιναβικής προέλευσης εκπαιδευτικός υπολογιστής, ήταν και ο πρώτος που κατασκευάστηκε χρονικά. Ήδη από το 1978 οι Σουηδοί ολοκλήρωσαν το πρώτο εξ’ ολοκλήρου σουηδικό home computer. Ένα απλό και ποιοτικό σύστημα Z80, με κορυφαίες επιδόσεις για 8μπιτο. Χρησιμοποιήθηκε στα σχολεία της Σουηδίας κι έκανε περίπου 10.000 πωλήσεις στην τοπική αγορά. Τον διαδέχτηκε, το 1981, ο ABC-800 που διέθετε έγχρωμα γραφικά και συνοδευόταν από 9άρι μόνιτορ CRT στον στάνταρ εξοπλισμό του.

Επεξεργαστές κειμένου

O Z80 διέπρεψε και σε μία ακόμη εξειδικευμένη αγορά που μεγάλωσε σημαντικά τη δεκαετία του ’80. Αναφερόμαστε στους υπολογιστές με κύριο προορισμό την επεξεργασία κειμένου και τις τυπικές εργασίες ενός γραφείου. Αναμφισβήτητα, ο κυρίαρχος της αγοράς ήταν η σειρά Amstrad PCW, η οποία στα περισσότερα από δέκα χρόνια της ύπαρξής της ξεπέρασε τα 8 εκατομμύρια πωλήσεις. Σε αυτήν την οικογένεια, όπως μπορείτε να δείτε αμέσως παρακάτω, ανήκει και το τελευταίο δείγμα υπολογιστή μαζικής παραγωγής με επεξεργαστή Z80, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του. Δίπλα στον Amstrad PCW, ο δεύτερος πιο γνωστός εκπρόσωπος της κατηγορίας αυτής, αν και όχι τόσο επιτυχημένος εμπορικά, ήταν ο VideoWriter που κυκλοφόρησε στην Ευρώπη με το λογότυπο της Philips και στις ΗΠΑ με εκείνο της Magnavox. O VideoWriter ήταν πιο συμπαγής από τους PCW, με ενσωματωμένο θερμικό εκτυπωτή. Χρησιμοποιούσε δε τον επεξεργαστή Hitachi HD64180 που ήταν κλώνος του Ζ80.

Sony Series 35 Model 10 (1985): Ένας μοντέλο που θύμιζε Mac, αλλά ήταν ένα σύστημα αποκλειστικά για επεξεργασία κειμένου (με εφαρμογή της Sony)
Sony Series 35 Model 10 (1985): Ένας μοντέλο που θύμιζε Mac, αλλά ήταν ένα σύστημα αποκλειστικά για επεξεργασία κειμένου (με εφαρμογή της Sony)

Στην εξέλιξη αυτού του τύπου υπολογιστών οι Ιάπωνες πρωτοπόρησαν, λόγω των ιδιαίτερων γλωσσικών απαιτήσεων, ήδη από τη δεκαετία του ’60. Από τους ιαπωνέζικους desktop υπολογιστές με αυτόν τον προορισμό, ξεχωρίζει ο Sony Series 35 Model 10. Ένας υπολογιστής που θύμιζε εμφανισιακά πάρα πολύ τον Macintosh (κοινή διάταξη μονάδας με επίσης 9άρα οθόνη CRT και FDD των 3,5») και αποτέλεσε εξαγωγικό μοντέλο. Διάδοχο μοντέλο του Series 30, που κατασκευάστηκε το 1981 με τον ίδιο σκοπό (σ.σ. και για την πρώθηση του νέου τότε τύπου δισκετών 3,5» της Sony), ο Series 35 Model 10, ο οποίος πρώτα κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και μετά την τοπική αγορά, είχε ένα ακόμη ξεχωριστό χαρακτηριστικό: διέθετε δύο επεξεργαστές Ζ80. Αξίζει επίσης να γίνει μία αναφορά σε δύο ειδικά μοντέλα MSX της National/Panasonic. Τον, τύπου MSX1, FS-4000 που κυκλοφόρησε το 1985 και ενσωμάτωνε θερμικό 24πινο εκτυπωτή, συνδυασμένο με επεξεργαστή κειμένου στη ROM. Ένα χρόνο  αργότερα τον ακολούθησε ο τύπου MSX2, FS-4500, ο οποίος, εκτός του εκτυπωτή, διέθετε και πλουσιότερο πακέτο εφαρμογών γραφείου.

Δεν ήταν όμως όλοι οι υπολογιστές γραφείου συστήματα αποκλειστικής χρήσης. Όπως για παράδειγμα ο Visual 1050 που αποτελούσε έναν desktop υπολογιστή με CP/M (εκ μετατροπής από τερματικό), σχεδιασμένο με γνώμονα την βέλτιστη αξιοποίηση της εφαρμογής Wordstar, καθώς διέθετε πλήκτρα ειδικών λειτουργιών αυτού του επεξεργαστή κειμένου. Το σύστημα της Visual Technologies συνοδευόταν από πακέτο εφαρμογών γραφείου, όπως λογιστικό φύλλο, διαχείριση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και εφαρμογή τηλεπικοινωνίας. Αξιοσημείωτη λεπτομέρεια, η ύπαρξη δεύτερου επεξεργαστή MOS 6502 για τις ανάγκες των γραφικών. Επίσης, ένας από τους χαρακτήρες του πολισχιδή Aphatronic PC που αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν ο υπολογιστής γραφείου ή και τερματικό με κύριο προορισμό την επεξεργασία κειμένου.

Citizen Tandy. Δύο πανομοιότυποι φορητοί ηλεκτρονικοί κειμενογράφοι, διάστασης Α4
Citizen CMP-10WP και Tandy WP-2/3. Δύο πανομοιότυποι φορητοί ηλεκτρονικοί κειμενογράφοι, διάστασης Α4

Αφήσαμε για το τέλος δύο πανομοιότυπα μοντέλα που αν και τυπικά είναι ultraportable διάστασης Α4, προωθήθηκαν εμπορικά σαν μίνι ηλεκτρονικοί κειμενογράφοι.   Πρόκειται για τα Citizen CBM-10WP (Word Processor) και Τandy WP-2/WP-3. Κυκλοφόρησαν το 1989 και απευθυνόταν σε φοιτητές, δημοσιογράφους, ακόμη και συγγραφείς. Για την ακρίβεια το μοντέλο της Tandy ήταν αντίγραφο εκείνο της Citizen. Ήταν εφοδιασμένα με LCD οθόνη 8 γραμμών των 80 χαρακτήρων και εφαρμογή επεξεργασίας κειμένου με ορθογραφικό λεξικό 100.000 όρων και θησαυρο 200.000 όρων. Διέθεταν ο μεν Citizen επεξεργαστή Z80A, ο δε Tandy NEC 70008-A6 (συμβατό με τον Ζ80 και χρονισμένο στα 5,56 MHz). Η ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ήταν η δυνατότητα σύνδεσης με modem, μέσω του οποίου ο χρήστης μπορούσε να κατεβάσει επιπλέον λογισμικό για τον υπολογιστή. Έγιναν ιδιαίτερα αγαπητά στο κοινό όπου απευθύνονταν και συνέχισαν να χρησιμοποιούνται έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’90.

Amstrad PCW16 O τελευταίος των Z80

Ο τελευταίος εμπορικός υπολογιστής με επεξεργαστή Z80, κυκλοφόρησε το 1995, σχεδόν 20 χρόνια μετά την παρουσίαση του μακοροβιότατου επεξεργαστή της Zilog.
Ο τελευταίος εμπορικός υπολογιστής με επεξεργαστή Z80, κυκλοφόρησε το 1995, σχεδόν 20 χρόνια μετά την παρουσίαση του μακροβιότατου επεξεργαστή της Zilog.

Από τους Ευρωπαίους κατασκευαστές, η Amstrad υπήρξε ο πιο παραδοσιακός υποστηρικτής της 8μπιτης πλατφόρμας της Zilog. O Ζ80 αξιοποιήθηκε σε όλα τα μοντέλα οικιακών υπολογιστών CPC, έως και το 1990, ενώ η εταιρεία δοκίμασε να τον τοποθετήσει -χωρίς επιτυχία- στην μοναδική παιχνιδομηχανή της, τον GX4000. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Άλαν Σούγκαρ (CEO της Amstrad) «Μόνο η Zilog έχει βγάλει περισσότερα λεφτά από την Amstrad, από τις πωλήσεις του Ζ80».

Το πλήρως γραφικό περιβάλλον του PCW16 απαιτούσε και την εκτόξευση του χρονισμού του Ζ80 στα 16 MHz.
Το πλήρως γραφικό περιβάλλον του PCW16 απαιτούσε και την εκτόξευση του χρονισμού του Ζ80 στα 16 MHz.

Πράγματι. Η Amstrad ήταν και η τελευταία που εγκατέλειψε τον Ζ80, καθώς ακόμη και το 1995, οπότε κυκλοφόρησε ο τελευταίος υπολογιστής της οικογένειας PCW, η βρετανική εταιρεία και πάλι στον υπερήλικο 8μπιτο της Zilog επένδυσε. Μόνο που σε αυτήν την περίπτωση ήταν μία πολύ νεότερη έκδοση της Mostek χρονισμένη στα 16 MHz (εξ ου και ο κωδικός PCW 16). Ο λόγος ήταν οι αυξημένες ανάγκες του πλήρως γραφικού περιβάλλοντος εργασίας, που παραπέμπει στο System 7 της Apple. Το εν λόγω μοντέλο της Amstrad, διέφερε εντελώς από τους προκατόχους του, με τους οποίους δεν ήταν συμβατό. Το λειτουργικό του σύστημα είχε κωδικό όνομα Roseanne και παρόλο που αποτελούσε παραλλαγή του CP/M, ούτε με αυτό ήταν συμβατό. Καθώς ήταν ένα αυτόνομο και κλειστό σύστημα, εφοδιαζόταν με όλες εκείνες τις εφαρμογές που απαιτούνταν σε έναν υπολογιστή γραφείου: επεξεργασία κειμένου, λογιστικό φύλλο, ατζέντα και ημερολόγιο. Ο PCW16 δεν επανέλαβε την επιτυχία των προηγούμενων μοντέλων και διατέθηκε αποκλειστικά από την αλυσίδα καταστημάτων Dixon’s.

ΠΡΟΣΕΧΩΣ Οι Σοβιετικοι Z80

Κάπου εδώ πρέπει να κλείσει το πιο «μαραθώνιο» αφιέρωμα που έχει κάνει ως τώρα το «Σαν Σήμερα στους Υπολογιστές«. Η υπόθεση Ζ80, πόσο μάλλον Zilog, δεν εξαντλείται εύκολα. Ούτως ή άλλως υπάρχουν δεκάδες οικιακοί υπολογιστές, και πολλοί από αυτούς άγνωστοι στο ευρύ κοινό, βασισμένοι στον 8μπιτο επεξεργαστή της Zilog, στους οποίους δεν αναφερθήκαμε καθόλου. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η βιομηχανία της Ανατολικής Ευρώπης, όπου ο Ζ80 αντιγράφτηκε κατά κόρον, με αποτέλεσμα να αποτελέσει τη βάση για ποικίλες περιπτώσεις προσωπικών, εκπαιδευτικών και οικιακών υπολογιστών. Μοντέλα που κυκλοφόρησαν στην Ανατολική Γερμανία, όπως οι Robotron, την Πολωνία, όπως οι ELWRO, την Ουγγαρία, όπως το Videotonκαι βέβαια οι πολυάριθμοι κλώνοι του Spectrum στο ανατολικό μπλοκ, στους οποίους έχουμε αναφερθεί ακροθιγώς σε προηγούμενο φωτογραφική συλλογή. Ειδικά λοιπόν στη βιομηχανία των χωρών του πάλαι ποτέ Συμφώνου της Βαρσοβίας, θα επανέλθουμε σύντομα με ξεχωριστό αφιέρωμα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] UART (Universal Asynchronous Receiver/Transmitter) – Ασύγχρονη σειριακή θύρα επικοινωνίας
[2] Prologue: Λειτουργικό σύστημα με χαρακτηριστικά multiuser και multitasking αναπτυγμένο από την γαλλική R2E, το 1978. Από την ίδια εταιρεία σχεδιάστηκε και η γλώσσα προγραμματισμού BAL, ειδικά για εφαρμογές που χρησιμοποιούνται σε επιχειρήσεις και γραμμές παραγωγής.

40 χρόνια Zilog

ΜΕΡΟΣ Α’: Οι επεξεργαστές της Zilog
ΜΕΡΟΣ Β’: Γνωστοί και άγνωστοι υπολογιστές με Zilog Z80

ΠΗΓΕΣ

Δείτε επίσης…