DEC PDP-11/45

05/ 05/ 1970 | DEC PDP-11

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 05 Mαΐου 1970, η DEC παρουσιάζει στο εαρινό Joint Computer Conference, που διεξάγεται στο Ατλάντικ Σίτι, τον πρώτο και μοναδικό 16μπιτο εκπρόσωπο της οικογένειας υπολογιστών PDP. Ο PDP-11 minicomputer ήρθε σε απάντηση της αυξανόμενης επιτυχίας του επίσης 16μπιτου Data General NOVA και θα αποτελέσει το πιο επιτυχημένο εμπορικά μοντέλο PDP, καθώς και ένα από τα σημαντικότερα σε ό,τι αφορά τον αντίκτυπο στις ευρύτερες εξελίξεις στο χώρο της τεχνολογίας των υπολογιστών.

Έως τον PDP-11 η αρχιτεκτονική των minicomputers της DEC ήταν 12μπιτη και σε μεγάλο βαθμό κυριαρχούσε στην αγορά. Η διάδοση όμως αυτού του τύπου υπολογιστών στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 ενέτεινε τον ανταγωνισμό. Ένα από τα πλέον επιτυχημένα μοντέλα του ανταγωνισμού ήταν το NOVA της Data General. Ένα 16μπιτο σύστημα που κυκλοφόρησε το 1969 και γνώρισε αμέσως εμπορική επιτυχία. Η απάντηση της DEC ήρθε ταχύτατα με ένα επίσης 16μπιτο υπολογιστή που αναβάθμιζε την προηγούμενη 12μπιτη αρχιτεκτονική των PDP-8/12 και κάλυπτε ευρύτερη γκάμα αναγκών, όντας ένα πρότυπο υπολογιστή γενικής χρήσης.

Ο DEC PDP-11 θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα μοντέλα της οικογένειας PDP, με τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, τις περισσότερες αναβαθμίσεις και τις μεγαλύτερες συνολικά πωλήσεις (πάνω από 600.000). Στα διαδοχικά μοντέλα του PDP-11 αποτυπώνονται όλες οι σημαντικές εξελίξεις της τεχνολογίας των υπολογιστών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70.

PDP-11/23 (1979): Κατασκευασμένος με χρήση ολοκληρωμένων κυκλωμάτων LSI, υλοποιεί για πρώτη φορά το δίαυλο QBus, ο οποίος θα υποστηριχθεί στη συνέχεια και σε προσωπικούς υπολογιστές της DEC.
PDP-11/23 (1979): Κατασκευασμένος με χρήση ολοκληρωμένων κυκλωμάτων LSI, υλοποιεί το δίαυλο QBus, ο οποίος θα υποστηριχθεί στη συνέχεια και σε προσωπικούς υπολογιστές της DEC.

Ο PDP-11 ξεκίνησε με την τυπική μορφή minicomputer της δεκαετίας του ’60. Τα πρώτα μοντέλα PDP-11/40 και 05, δηλαδή, ήταν συστήματα σε μέγεθος ντουλάπας, με πάνελ χειρισμού, κατασκευασμένα από διακριτά στοιχεία και με μνήμη τύπου μαγνητικού πυρήνα. Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό τους, ο ασύγχρονος δίαυλος μνήμης UNIBUS που είχε και ρόλο διαύλου επικοινωνίας (με χαρτογράφηση των εξωτερικών συσκευών στην μνήμη του συστήματος). Η απλοϊκή φιλοσοφία του UNIBUS διευκόλυνε την κατασκευή προσαρμοσμένων (customized) περιφερειακών συσκευών. Στην πάροδο του χρόνου επεκτείνεται η χρήση ολοκληρωμένων κυκλωμάτων. Το 1972, ο PDP-11/45 ήταν ο πρώτος με μνήμη σε μορφή CMOS chip. Τα νεότερα μοντέλα αποκτούν κεντρικό επεξεργαστή (με μικροκώδικα) σε μορφή κάρτας, με απαρχή τον PDP-11/03 (ή απλά LSI-11) του 1975, ο οποίος διέθετε CPU αποτελούμενη από τέσσερα ολοκληρωμένα LSI, κατασκευασμένα από την Western Digital (MCP-1600). Παράλληλα οι PDP-11 αποκτούν μονάδα κινητής υποδιαστολής στη βασική τους σύνθεση, ενώ μεγαλώνει και η διευθυνσιοδότησή τους (από τα 16 στα 22 bits), άρα και το ποσό της μνήμης που μπορούν να δεχτούν. Ο δίαυλος UNIBUS αντικαθίσταται από τον φθηνότερο και πιο ευρύ QBus (επίσης των 22 bits) με χαρακτηριστικά πολυπλεξίας.   Έως τα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο PDP-11 έχει συρρικνωθεί σε μέγεθος και διαθέτει υπερπολλαπλάσια ισχύ.

Η σημαντικότητα του PDP-11, τόσο για το μέλλον της DEC, όσο -κυριότερα- για την εξέλιξη των υπολογιστών, είναι πολύ έντονη. Στη μεν DEC εξασφάλισε την κυριαρχία στα μικρομεσαία συστήματα σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70. Δημιουργώντας μία κοινή αρχιτεκτονική και ακόμη περισσότερο έναν εύκολα αξιοποιήσιμο από τρίτους δίαυλο, ο PDP-11 προτυποποιήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ο VAX-11 που τον διαδέχτηκε (σ.σ. στην πραγματικότητα αποτελεί ένα νέο 32μπιτο μέλος της οικογένειας PDP-11, με την οποία εξελίσσεται παράλληλα) θα επεκτείνει το πρότυπο, που συνεχίζει να επιβιώνει ως σήμερα από την HP μέσω του OpenVMS.

Η DEC, το 1982, επιχείρησε να απαντήσει στο IBM-PC με τρία διαφορετικά μοντέλα: DECmate (PDP-8), Professional (PDP-11) και Rainbow (Z80/8086). Προσπαθώντας να υποστηρίξει τις δικές της αρχιτεκτονικές, αλλά και τα νεότερα πρότυπα, απέτυχε παταγωδώς.
Η DEC, το 1982, επιχείρησε να απαντήσει στο IBM-PC με τρία διαφορετικά μοντέλα: DECmate (PDP-8), Professional (PDP-11) και Rainbow (Z80/8086). Προσπαθώντας να υποστηρίξει τις δικές της αρχιτεκτονικές, αλλά και τα νεότερα πρότυπα, απέτυχε παταγωδώς.

Τελικά όμως θα γίνει και ο λόγος της πτώσης της DEC τη δεκαετία του ΄80. Η εταιρεία επέμεινε στην εξέλιξη μίας αρχιτεκτονικής που έδειχνε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ότι φτάνει στα όριά της. Προσπαθώντας να την προσαρμόσει σε μορφές workstation και προσωπικών υπολογιστών, ενώ παράλληλα πειραματιζόταν και με άλλες διαδεδομένες πλατφόρμες, δημιούργησε σύγχυση και στο μάρκετινγκ της εταιρείας και κυρίως στην ίδια την αγορά. Οι πρακτικά τρεις διαφορετικοί προσωπικοί υπολογιστές της DEC (Professional, DECmate, Rainbow) που κατασκευάστηκαν προκειμένου να διατηρήσουν προς τα πίσω συμβατότητα με τους πιο διαδεδομένους PDP,  ήταν αδύνατο να απαντήσουν στο IBM-PC.

Ευρύτερα όμως για το μέλλον των υπολογιστών,  η συνεισφορά του PDP-11 ήταν ομολογουμένως θετικότατη. Στην αρχιτεκτονική του βασίστηκε ο σχεδιασμός του Motorola MC68000, του δεύτερου πιο διαδεδομένου 16μπιτου επεξεργαστή, μετά τον Intel 8088/86. Στον PDP-11 αναπτύχθηκε το λειτουργικό σύστημα UNIX και στη συνέχεια η γλώσσα προγραμματισμού C. Τέλος, ο PDP-11, έγινε αντικείμενο ευρύτατης κλωνοποίησης, ειδικά σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Δείτε επίσης…