DEC PC

DEC PC | Το τριπλο λαθος της Digital

vinieta-featureΗ 10η Μαΐου είναι σημαδιακή για την DEC. Εκείνη την ημέρα του 1982, σε μία ιστορική εκδήλωση, ο ίδιος ο ιδρυτής της DEC, Κεν Όλσον, αναγγέλει την είσοδο της δεύτερης τότε σε μέγεθος -μετά την IBM– εταιρείας υπολογιστών στην αγορά των PC. Η DEC έχει καθυστερήσει ήδη ένα χρόνο σε σχέση με τον μεγάλο ανταγωνιστή της, αλλά η απάντηση έρχεται, όχι με έναν, αλλά τρεις τύπους προσωπικών υπολογιστών. Όλοι τους από ένα μεγάλο λάθος, που θα σημαδέψει το μέλλον της DEC.

DEC_PRO_vs_DECmate

Η ΤΡΙΠΛΗ ΕΙΣΟΔΟΣ

Η είσοδος της DEC στην αγορά προσωπικών υπολογιστών είχε χαρακτήρα πανηγυρικό. Στις 10 Μαΐου 1982 έγινε η πρώτη ανακοίνωση των τριών υπολογιστών, ενώ στις 7 Ιουνίου έκαναν το ντεμπούτο τους στο Εθνικό Συνέδριο Υπολογιστών (NCC – National Computer Conference), στο Χιούστον του Τέξας. Η διοίκηση της εταιρείας και πιο συγκεκριμένα ο ίδιος ο Κεν Όλσεν ήταν σίγουρη για την επιτυχία, απέναντι σε μία IBM που βρισκόταν εμπόδιο για την κατάκτηση της κορυφής. Οι άνθρωποι της Digital ήταν σίγουροι ότι διέθεταν ανώτερους υπολογιστές από τη «μεγάλη μπλε» και η συνεχής επιτυχία της εταιρείας, τους έφερε στα όρια της αλαζονείας. Οι χαρακτηρισμοί για το IBM-PC ήταν από υποτιμητικοί έως και προσβλητικοί και -σχεδόν- οι πάντες ανέμεναν την κατάκτηση και της αγοράς προσωπικών υπολογιστών, με την τριάδα των DEC PC. Για την πυρετώδη προσπάθεια των τεχνικών της DEC, την πάλη με το χρόνο και τις προσδοκίες τους, μπορείτε να παρακολουθήσετε το πολύ διαφωτιστικό βίντεο που ακολουθεί. Η παραγωγή του ολοκληρώθηκε λίγες ημέρες μετά την πρώτη παρουσίαση των DEC PC στο NCC 1982.

Στα χαρτιά, και τα τρία ήταν εξαιρετικά συστήματα, πολύ υψηλής ποιότητας, εργονομικά και με τεράστια προσοχή στη λεπτομέρεια. Στην πράξη ήταν τρία εντελώς διαφορετικά μοντέλα, των οποίων τα κοινά χαρακτηριστικά αποτελούσαν κι αυτά εμπόδιο στη διάδοσή τους.

Εξωτερικά, οι τρεις υπολογιστές ήταν πανομοιότυποι και μόνο το ταμπελάκι στο αριστερό άκρο της κύριας μονάδας ήταν το διακριτό τους στοιχείο.
Εξωτερικά, οι τρεις υπολογιστές ήταν πανομοιότυποι και μόνο το ταμπελάκι στο αριστερό άκρο της κύριας μονάδας ήταν το διακριτό τους στοιχείο.

Και τα τρία είχαν σχεδόν πανομοιότυπη εξωτερική εμφάνιση, καθώς μοιράζονταν κοινό κουτί κύριας μονάδας, μονόχρωμο (πράσινο) μόνιτορ και πληκτρολόγιο από το τερματικό VT-220. Η εξωτερική ομοιότητα επεκτεινόταν και στο κοινό floppy disk drive RX50 (βλ. παρακάτω), επίσης κατασκευής DEC και διαβόητο για την ασυμβατότητα με κάθε άλλο τύπο 5,25» καθώς και για τα εργονομικά του προβλήματα. Στο εσωτερικό όμως, τα τρία συστήματα της Digital ήταν τελείως διαφορετικά, με τέσσερις αρχιτεκτονικές ασύμβατες μεταξύ τους, αλλά και μερικώς ασύμβατες με άλλους υπολογιστές αυτών των αρχιτεκτονικών. Το ίδιο διαφορετικός ήταν και ο στόχος τους στην αγορά και -θεωρητικά- είχαν τις προϋποθέσεις να καλύψουν ένα πολύ μεγάλο φάσμα επαγγελματικών απαιτήσεων, από απλή χρήση γραφείου έως τους ρόλους ενός σταθμού εργασίας. Πρακτικά όμως η πολιτική της DEC δεν είχε σαφή στόχευση και η προώθησή τους αποδείχτηκε αναιμική.

Σαφώς ανώτερο και των AT, διαθέτει 20 προγραμματιζόμενα πλήκτρα (F-keys). Ξεχωρίζουν τα Do και Help. Το ένα για την εκτέλεση συγκεκριμένων εντολών και το άλλο για την online παρουσίαση του λεπτομερέστατου βοηθητικού υλικού της DEC.
Σαφώς ανώτερο και των AT, το πληκτρολόγιο LK-201 της DEC, διαθέτει 20 προγραμματιζόμενα πλήκτρα (F-keys). Ξεχωρίζουν τα Do και Help. Το ένα για την εκτέλεση συγκεκριμένων εντολών και το άλλο για την online παρουσίαση του λεπτομερέστατου βοηθητικού υλικού της DEC. Η διάταξη ανάποδου «Τ» στα πλήκτρα κατεύθυνσης, καθιερώθηκε με αυτό το πληκτρολόγιο.

Η DEC έδωσε αναμφίβολα προσοχή σε θέματα ευκολίας χρήσης, αναπτύσσοντας για κάθε έναν από τους τρεις υπολογιστές, συστήματα πλοήγησης μέσω μενού. Το λειτουργικό σύστημα του Professional βασιζόταν αποκλειστικά σε αυτά τα μενού. Αν και δεν ήταν πάντα ιδανικό το αποτέλεσμα, η πλοήγηση ήταν εύκολη κι από απλούς χρήστες. Σημαντική βοήθεια σε αυτό το σημείο προσέφερε το πληκτρολόγιο LK-201 από τo τερματικό VT-220 της DEC, το οποίο διέθετε αρκετά πλήκτρα ειδικών λειτουργικών. Για παράδειγμα το πλήκτρο Do για την εκτέλεση συγκεκριμένων εντολών, το Find για την αναζήτηση, τα Prev και Next Page για την μετακίνηση μεταξύ σελίδων και βέβαια το πλήκτρο Help, που καλούσε τους αναλυτικότατους online οδηγούς του συστήματος και των εφαρμογών του. Ειδικά στον DECmate II, η αξιοποίηση του επεξεργαστή κειμένου ήταν παιχνιδάκι. Κάθε πλήκτρο του αλφαβήτου είχε μία πορτοκαλί επιγραφή συγκεκριμένης λειτουργίας της εφαρμογής WPS, η οποία εκτελούνταν με το πάτημά του ταυτόχρονα με το (επίσης πορτοκαλί) πλήκτρο PF1.

Η προσοχή της DEC στην τελευταία λεπτομέρεια ήταν πρόδηλη σε κάθε παράμετρο της κατασκευής του. Τα εσωτερικά τμήματα του υπολογιστή διαχωρίζονταν μεταξύ τους με μεταλλικά πλαίσια, τα οποία εκτός των άλλων εκμηδένιζαν τις ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές. Το μεταλλικό κουτί της πλακέτας έβγαινε συρταρωτά, και η τοποθέτηση καρτών ήταν πανεύκολη. Το ίδιο και η τοποθέτηση των υπόλοιπων εσωτερικών συσκευών, αφού και τα τρία συστήματα ήταν κυριολεκτικά plug and play.

Η πλοήγηση στα τρία συστήματα γινόταν μέσω διαδοχικών μενού. Στη φωτογραφία, το πακέτο εφαρμογών του P/OS στον DEC Professional.
Η πλοήγηση στα τρία συστήματα γινόταν μέσω διαδοχικών μενού. Στη φωτογραφία, το πακέτο εφαρμογών του P/OS στον DEC Professional.

Τέλος, παρά την εν γένει έλλειψη γραφικών και χρώματος στις βασικές εκδόσεις, η εξαιρετικής ποιότητας και υψηλής ανάλυσης πράσινη οθόνη (επίσης από το VT-220) προσέφερε διπλό text mode, 80 και 132 στηλών. Ξεχώριζε και το χαρακτηριστικό soft scrolling στο κύκλωμα γραφικών, χάρη στο οποίο εκτελούνταν ομαλή -αν και κάπως αργή- κύλιση του κειμένου. Γενικά σε θέματα απεικόνισης και πλοήγησης η DEC έδωσε τεράστια προσοχή και σε μεγάλο βαθμό η προσπάθειά της ήταν επιτυχημένη. Εκείνο που έχασε ήταν η τάση προς το παραθυρικό περιβάλλον. Πέρα από το υποτυπώδες κέλυφος Synergy (βλ. DEC Professional), η πλοήγηση ήταν πάντα γραμμική, άρα και αργή, και βασιζόταν σε μενού κειμένου.

Αναμφισβήτητη η ποιότητα κατασκευής των DEC PC. Στη φωτογραφία, το εσωτερικό του DEC PRO-350. Το ξεχωριστό κουτί αριστερά, περιλαμβάνει τα κυκλώματα και τις κάρτες, οι οποίες τοποθετούνται συρταρωτά.
Αναμφισβήτητη η ποιότητα κατασκευής των DEC PC. Στη φωτογραφία, το εσωτερικό του DEC PRO-350. Το ξεχωριστό κουτί αριστερά περιλαμβάνει τα κυκλώματα και τις κάρτες, οι οποίες τοποθετούνται συρταρωτά. Η ανθεκτικότητα της κατασκευής πιστοποιείται από τα δεκάδες DEC PC που συνεχίζουν να λειτουργούν ως και σήμερα, χωρίς το παραμικρό πρόβλημα.

DEC PC

Professional Rainbow 100 DECmate II
Αρχιτεκτονική 16bit (PDP-11) 8/16bit (Z80/x86) 12bit (PDP-8)
Επεξεργαστής DEC F11/J11 Zilog Z80 + i8088 Harris 6120
Συχνότητα 13,3/15,5 MHz 4 MHz + 4,82 MHz 4 ή 8 MHz
RAM 256 KB – 1 MB 64 KB – 896 KB 64 KB – 96 KB
FDD RX50 (2x FD) RX50 (2x FD) RX50 (2x FD)
HDD* 10, 20, 75 MB 10 MB 5, 10, 20 MB
OS P/OS, RT-11 CP/M, MS DOS WPS (OS/278)
Τιμή από $4.000 από $3.500 από $1.435

* στον προαιρετικό εξοπλισμό

DEC Professional

O Professional (PRO) ήταν το ισχυρότερο των τριών μοντέλων με τα οποία η DEC επιχείρησε να απαντήσει στην IBM. Ένας πανάκριβος υπολογιστής που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως low end graphics workstation. Η Digital βασίστηκε στη 16μπιτη αρχιτεκτονική της ναυαρχίδας της στα minicomputer, τον PDP-11. Στην καρδιά του Professional βρισκόταν ο 16μπιτος επεξεργαστής F-11 της Digital, ο οποίος αποτελούσε πρακτικά έναν PDP-11 σε μορφή ολοκληρωμένου κυκλώματος, με κοινή αρχιτεκτονική, σετ εντολών και διαχείριση μνήμης. Το δε σύστημα αρχείων ήταν κοινό με εκείνο των VAX. Μόνο που οι ομοιότητες τελειώνουν κάπου εκεί.

Αν και οπτικά ο Professional ήταν πανομοιότυπος με τα "αδέλφια" του, το κουτί του είχε σημαντικά μεγαλύτερο πλάτος.
Αν και οπτικά ο Professional ήταν πανομοιότυπος με τα «αδέλφια» του, το κουτί του είχε σημαντικά μεγαλύτερο πλάτος.

Η DEC, φοβούμενη τον εσωτερικό ανταγωνισμό, αφού η οικογένεια των minicomputer PDP-11 συνέχιζε να εξελίσσεται παράλληλα, χρησιμοποίησε διαφορετικό δίαυλο. Ο CTI (Computing Terminal Interconnect) δεν ήταν συμβατός με τον QBus των PDP-11. Κατά συνέπεια, μία τεράστια γκάμα περιφερειακών -και από τρίτους κατασκευαστές- ήταν αδύνατο να αξιοποιηθούν στον Professional. Ακόμη όμως και το λειτουργικό σύστημα P/OS (Professional Operating System) δεν ήταν συμβατό με το RSX-11, από το οποίο προερχόταν. Οι εφαρμογές των PDP-11, για να τρέξουν στον PRO, θα έπρεπε να τροποποιηθούν. Επιπρόσθετα, ενώ η DEC ήθελε να κάνει φιλική τη χρήση του υπολογιστή, τοποθετώντας διαδοχικά μενού στο P/OS αντί για γραμμή εντολών, στην πράξη πέτυχε το αντίθετο. Ο χειρισμός του P/OS κατηγορήθηκε ότι ήταν αργός, δυσνόητος και χαώδης, αν και το πακέτο εργαλείων (Toolkit) που το συνόδευε ήταν πλούσιο και η online βοήθεια στο νέο χρήστη επαρκέστατη. Λίγo αργότερα, η DEC πρόσφερε με τον PRO και το κέλυφος Synergy, μέσω του οποίου δινόταν η δυνατότητα να εμφανίζονται ταυτόχρονα στην οθόνη έως και τέσσερις εφαρμογές σε μορφή παραθύρων. Αυτό όμως δεν σήμαινε πολυλειτουργία, αφού εκτελούνταν μόνο η εφαρμογή του ενεργού παράθυρου, με τις υπόλοιπες να μπαίνουν σε παύση.

Λόγω της κλειστής αρχιτεκτονικής, τόσο στις περιφερειακές συσκευές, όσο και το λογισμικό, το βαρύ φορτίο της υποστήριξης του Professional ανέλαβε η ίδια η DEC. Από την άλλη όμως, υπήρχαν ήδη εκατοντάδες δοκιμασμένες επαγγελματικές εφαρμογές, έτοιμες να μεταφερθούν από τον PDP-11 στον PRO. Δεν έπαυε όμως το γεγονός, για να αξιοποιήσει ο χρήστης λογισμικό καθιερωμένων προτύπων, όπως το CP/M και το MS DOS, όφειλε να αγοράσει επιπλέον κάρτες Z80 και i8088, οι οποίες ανέβαζαν κι άλλο την ήδη υψηλή τιμή του συστήματος.

Από τη λειτουργία αυτοδιάγνωσης του DEC PRO 350. Με προσοχή στη λεπτομέρεια, για το πού παρατηρείται πρόβλημα.
Από τη λειτουργία αυτοδιάγνωσης του DEC PRO 350. Με προσοχή στη λεπτομέρεια, για το πού παρατηρείται πρόβλημα.

Αξιοπρόσεκτο αν και με μάλλον λανθασμένο σκεπτικό ήταν το κύκλωμα γραφικών του Professional. Καθώς στη βασική του έκδοση ήταν εξοπλισμένος με μονόχρωμο μόνιτορ, ο PRO διέθετε κύκλωμα bitmap γραφικών με ένα bitplane των 32 ΚΒ. Στην υψηλή ανάλυση (1.024×256 pixels, από τα οποία οι εφαρμογές είχαν στη διάθεσή τους τα 960×240) τα γραφικά ήταν ασπρόμαυρα. Ωστόσο, οι εφαρμογές μπορούσαν να αξιοποιήσουν δύο ακόμη modes: 512×256 pixels με τέσσερις διαβαθμίσεις του γκρι (φωτεινότητες) και 256×256 pixels με οκτώ διαβαθμίσεις. Για έγχρωμα γραφικά, απαιτούνταν εκτός της έγχρωμης οθόνης CRT, κάρτα επέκτασης (EBO), με δύο ακόμη bitplanes και ο συνδυασμός παρείχε 8 χρώματα από 8μπιτη παλέτα (256 χρώματα στο σύνολο). Κάτι τέτοιο όμως ανέβαζε καρακόρυφα την τιμή του συστήματος. Το 1984 ένας DEC PRO 350 με 512ΚΒ μνήμη, έγχρωμο μόνιτορ και κάρτα γραφικών, κόστιζε 8.000 δολάρια.

Ο Professional κυκλοφόρησε σε τρεις εκδόσεις και ήταν το πιο αποτυχημένο εμπορικά από τα τρία PC της Digital. Και στα τρία μοντέλα, εκτός του στάνταρ P/OS, διατέθηκαν δύο επιπλέον εναλλακτικά λειτουργικά συστήματα. Το RT-11, το αρχικό OS του PDP-11, και το Venix που ήταν μία ιδιόκτητη παραλλαγή του UNIX, από την VenturCom (σήμερα ανήκει στην Citrix):

  1. PRO 325: Με διπλό FDD (RX50) και 3 ελεύθερες θύρες επέκτασης
  2. PRO 350: Με FDD, HDD 10 ΜΒ και 2 ελεύθερες θύρες επέκτασης
  3. PRO 380: Με FDD, HDD και 4 ελεύθερες θύρες επέκτασης (κυκλοφόρησε το 1984 με το νεότερο και ισχυρότερο επεξεργαστή RJ-11, στα 15,5 MHz, καθώς και ανασχεδιασμένη mainboard με ενσωματωμένο το κύκλωμα γραφικών)

DEC Rainbow 100

Ο Rainbow 100 ήταν ένα σύστημα «τρία σε ένα«, όντας 8μπιτος και 16μπιτος προσωπικός υπολογιστής και ταυτόχρονα τερματικό. Στην αγορά προοριζόταν ως ο βασικός αντίπαλος του IBM-PC και μάλιστα με σαφώς ανώτερες προδιαγραφές. Η πλακέτα του περιλάμβανε δύο διαύλους για τις ισάριθμες αρχιτεκτονικές που υποστήριζε. Μία για τον επεξεργαστή Ζ80Α, δηλαδή την πιο διάσημη πλατφόρμα home computers και μία για τον Intel 8086, της ίδιας δηλαδή 16μπιτης CPU του IBM-PC. Παράλληλα, καθώς η βασική σύνθεσή του προερχόταν από το VT-220, ο Rainbow μπορούσε να λειτουργήσει και ως τερματικό της σειράς VT-100. Ανάλογα με την επιλογή του mode λειτουργίας, ο δευτερεύων επεξεγαστής αναλάμβανε τον έλεγχο των περιφερειακών.

H διαφημιστική μπροσούρα του Rainbow 100. H DEC αναδείκνυε τα στοιχεία που τον καθιστούσαν αντίστοιχο και ανώτερο του IBM-PC.
H διαφημιστική μπροσούρα του Rainbow 100. H DEC αναδείκνυε τα στοιχεία που τον καθιστούσαν αντίστοιχο και ανώτερο του IBM-PC.

Λόγω του διπλού επεξεργαστή, το Rainbow ήταν ένα multi-boot σύστημα που μπορούσε να τρέξει δύο εκδόσεις του CP/M (2.2 για τον Ζ80Α, και 86 για τον Intel 8086) καθώς και MS-DOS, και βέβαια τις αντίστοιχες εφαρμογές για την κάθε αρχιτεκτονική. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Rainbow υπήρξε ένα συμβατό με IBM-PC σύστημα, λόγω σημαντικών διαφοροποιήσεων στο hardware. Ένα αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό της λειτουργίας του είναι ότι το σύστημα αναγνώριζε αν η έκδοση του λογισμικού ήταν 16μπιτη ή 8μπιτη και «γυρνούσε» στο αντίστοιχο mode λειτουργίας αυτόματα, χωρίς την παρέμβαση του χρήστη. Αν και στη βασική του σύνθεση, ο Rainbow 100 δεν μπορούσε να εμφανίσει γραφικά, παρά μόνο μονόχρωμο κείμενο, η DEC παρείχε ως επιπλέον εξοπλισμό το ΝΕC 7220 GDC (Graphics Display Controller), μέσω του οποίου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και έγχρωμο μόνιτορ. Σε αυτήν την περίπτωση το σύστημα αποκτούσε παλέτα 4.096 χρωμάτων. Η κάρτα γραφικών παρείχε αναλύσεις 384×240 και 800×240 pixels. Σε συνδυασμό με μονόχρωμο μόνιτορ στη χαμηλή ανάλυση εμφανίζονταν 16 αποχρώσεις του γκρι και 4 στην υψηλή. Αντίστοιχα, με έγχρωμο μόνιτορ, απεικονίζονταν ταυτόχρονα 16 χρώματα σε χαμηλή ανάλυση και 4 σε υψηλή.

Μάλλον άστοχα και το όνομα και το λογότυπο, αφού ο Rainbow ήταν ένας μονόχρωμος υπολογιστής
Μάλλον άστοχα και το όνομα και το λογότυπο, αφού ο Rainbow ήταν ένας μονόχρωμος υπολογιστής

O Rainbow κυκλοφόρησε σε τρεις εκδόσεις (με μονόχρωμο μόνιτορ και χωρίς κάρτα γραφικών και τιμές που κυμαίνονταν από 2.500 έως 5.500 δολάρια):

  1. 100A – Μόνο με FDD. Χωρίς δυνατότητα τοποθέτησης HDD
  2. 100B – Με δυνατότητα τοποθέτησης HDD
  3. 100+ – Με εγκατεστημένο HDD των 10 ΜΒ

Αντικαταστάθηκε το 1986 από τον VAXmate, που ήταν και ο πρώτος PC/AT συμβατός προσωπικός υπολογιστής της DEC.

DECmate II

Ο DECmate ήταν ένα τερματικό VT100, με 12μπιτο δίαυλο και το τσιπάκι 6100 της Intencil. Δηλαδή ένας PDP-8 σε μορφή ολοκληρωμένου κυκλώματος.
Ο DECmate ήταν ένα τερματικό VT100, με 12μπιτο δίαυλο και το τσιπάκι Harris 6100. Δηλαδή ένας PDP-8 σε μορφή ολοκληρωμένου κυκλώματος.

Το τρίτο και πιο ειδικό σύστημα από τα DEC PC, ήταν ένας ειδικευμένος για την επεξεργασία κειμένου υπολογιστής, βασισμένος στην 12μπιτη αρχιτεκτονική του PDP-8. Ήταν και το μόνο από τα τρία που δεν έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του, αφού αποτελούσε συνέχεια του προηγούμενου DECmate, το οποίο κυκλοφόρησε το 1978. Ωστόσο ήταν ένα πολύ πιο ευέλικτο σύστημα και βέβαια εντελώς νέο σε εμφάνιση, σε σχέση με τον προκάτοχό του. Η απόφαση της DEC να κινηθεί στα χωράφια που ως τότε άνηκαν σε μεγάλο βαθμό στην Wang, οφειλόταν στην μεγάλη εμπορική επιτυχία των τερματικών της εταιρείας. Ο VT100, με ελάχιστες τροποποιήσεις, μπόρεσε να μετατραπεί σε υπολογιστή επεξεργασίας κειμένου. Ωστόσο, η απόφαση για την αρχιτεκτονική του έγινε με όρους μάρκετινγκ και ήταν λανθασμένη. Η DEC απλά επιχείρησε να προωθήσει τον 12μπιτο επεξεργαστή 6100, που κατασκεύαζε η Harris Semiconductors σε συνεργασία μαζί της και αποτελούσε πρακτικά το hardware του PDP-8 σε μορφή chip.

Η πλοήγηση στις εφαρμογές του DECmate II γινόταν από απλά μενού (μόνο σε text mode)
Η πλοήγηση στις εφαρμογές του DECmate II γινόταν από απλά μενού (μόνο σε text mode). Χαρακτηριστικές οι χρωματικές ενδείξεις στο πληκτρολόγιο, για την απλοποίηση της πλοήγησης και της χρήσης του WPS.

Η εφαρμογή επεξεργασίας κειμένου του DECmate II ονομαζόταν WPS (προφερόταν Wips και προέρχεται από τη φράση Word Processing System) κι εκτελούνταν μέσα από τα αρχικά μενού. Ενώ πρακτικά το λειτουργικό σύστημα ήταν το OS/278, το οποίο απτελούσε επέκταση του OS/8 του PDP-8, ο χρήστης δεν είχε πρόσβαση σε αυτό. Ο υπολογιστής μπορούσε να εκτελέσει κι άλλες εφαρμογές του PDP-8, αλλά, όπως και στην περίπτωση του DEC PRO, έτσι κι εδώ, δεν υπήρχε συμβατότητα στο δίαυλο και χρειάζονταν τροποποιήσεις. Ούτε καν η σειριακή θύρα Ι/Ο δεν ήταν συμβατή με του PDP-8, με αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζονται περιφερειακές συσκευές του «γηραιού» minicomputer.

Αν και η όλη φιλοσοφία σχεδιασμού των DECmate ήταν η απλοϊκότητα, αφού απευθυνόταν κατ’ αρχήν σε υπαλλήλους γραφείου, στην περίπτωση του DECmate II υπήρχαν αρκετές δυνατότητες να μετεξελιχθεί σε ένα πλήρες PC. Πιο συγκεκριμένα, η DEC παρείχε κάρτες Z80 και i8088, με 64 ΚΒ έως και 512 ΚΒ, μέσω των οποίων μπορούσε να τρέξει το λειτουργικό σύστημα CP/M (80 και 86 αντίστοιχα) και κατ’ επέκταση η πλούσια βιβλιοθήκη επαγγελματικού λογισμικού. Στη βασική έκδοση, το WPS συνοδευόταν από ομάδα εφαρμογών οργάνωσης γραφείου. Στον επιπλέον εξοπλισμό περιλαμβάνονταν, πακέτο μόνιτορ κι έγχρωμων γραφικών, σκληροί δίσκοι έως 20 ΜΒ και floppy disk drive των 8 ιντσών.

Το διπλό floppy disk drive RX-50 δέσποζε και στον DECmate III, με τον οποίο ολοκληρώθηκε η οικογένεια DECmate.
Το διπλό floppy disk drive RX-50 δέσποζε και στον DECmate III, με τον οποίο ολοκληρώθηκε η οικογένεια DECmate.

O DECmate, μαζί με τον Rainbow, είχαν μία σχετικά αξιοπρεπή παρουσία στην αγορά, σε αντίθεση με την καταστροφική πορεία του Professional. Αυτές οι μορφές υπολογιστών για αποκλειστική χρήση γραφείου μετά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 αντικαταστάθηκαν σταδιακά από τα φθηνά IBM-PC συμβατά. Η οικογένεια DECmate επιβίωσε για δέκα χρόνια, με ασθενικές πωλήσεις, και μία ακόμη έκδοση. Τον σημαντικά φθηνότερο και με μεγαλύτερη επεκτασιμότητα DECmate III, του 1984, χωρίς όμως ελεγκτή για σκληρό δίσκο. Ένα χρόνο αργότερα συμπληρώθηκε και με τον ΙΙΙ+, με μόνη διαφορά τη δυνατότητα τοποθέτησης σκληρού δίσκου. Η παραγωγή των DECmate ολοκληρώθηκε το 1990 και με αυτούς η αποτυχημένη προσπάθεια επέκτασης της ζωής της 12μπιτης αρχιτεκτονικής του PDP-8.

F-11/J-11/6100 Minicomputers-on-a-chip

Oι PDP-11 ήταν η μακροβιότερη και πιο εμπορική επιτυχημένη οικογένεια minicomputer της DEC. Η μοναδική -σε σχέση με τις υπόλοιπες σειρές της DEC- 16μπιτη αρχιτεκτονική του PDP-11 εξελίχθηκε πάνω από είκοσι χρόνια. Ενώ τεχνολογικά οι υπολογιστές αυτοί ξεκίνησαν από την εποχή των διακριτών στοιχείων, για να περάσουν στους επεξεργαστές με μορφή πλακέτας, κι από εκεί στους κεντρικούς επεξεργαστές με μορφή ολοκληρωμένου κυκλώματος.

Το σετ ολοκληρωμένων του επεξεργαστή F-11 σε έναν DEC PRO-350.  Δύο ζεύγη data (302) και control (303) chips, συνδυασμένα με MMU (304).
Το F-11 chipset σε έναν DEC PRO-350. Δύο ζεύγη data (302) και control (303) chips, συνδυασμένα με MMU (304).

O πρώτος PDP-11 με LSI κυκλώματα, σε συνεργασία με την Western Digital, ήταν ο PDP-11/03, ή απλά LSI-11, του 1975. Από αυτόν προέκυψε και ο 16μπιτος επεξεργαστής F-11, το 1979. Πρακτικά, ο F-11 ήταν ένα σετ τριών chip που υλοποιούσαν όλη την αρχιτεκτονική του PDP-11/34 σε ένα chipset. Παρόλο που ήταν δυνατή η συγχώνευση όλων σε ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα, η επιλογή της DEC να τα χωρίσει έγινε για λόγους ευελιξίας και συνάφειας με την προηγούμενη λογική του LSI-11. Τα τσιπάκια ήλεγχαν την εκτέλεση των μικροεντολών (Control), τη ροή δεδομένων (Data), και τη μνήμη (MMU – Memory Management Unit) αντίστοιχα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα τριπλάσιας ισχύος -στην ίδια συχνότητα- κύκλωμα σε σχέση με τον προκάτοχο του. Το F-11 chipset αποτέλεσε την καρδιά του DEC Professional, με συχνότητα 13,3 MHz και επιδόσεις σημαντικά ανώτερες του επίσης 16μπιτου 8086 της Intel.

Ο J-11 (χαϊδευτικά Jaws) ήταν ο μόνος CMOS επεξεργαστής PDP-11 και πολύ ανώτερος του F-11.
Ο J-11 (χαϊδευτικά Jaws) ήταν ο μόνος CMOS επεξεργαστής PDP-11 και πολύ ανώτερος του F-11.

Η τέταρτη και τελευταία υλοποίηση επεξεργαστή με βάση την αρχιτεκτονική του PDP-11, έγινε σε συνεργασία με την Harris Semiconductor και ήταν το πρώτο τσιπάκι ης σειράς αυτής σε τεχνολογία CMOS. Το J-11 ή Jaws, αποτελούνταν κι αυτό από τρία ολοκληρωμένα, μόνο που αντί για MMU διέθετε κύκλωμα επιτάχυνσης πράξεων κινητής υποδιαστολής (FPA – Floating Point Accelerator). To J-11 αποτελούσε το αντίστοιχο ενός PDP-11/70 σε μορφή chipset. Όπως και με τις προηγούμενες υλοποιήσεις, τα Data και Control chip μπορούσαν να τοποθετηθούν ανά ζεύγη και να συνδυαστούν προαιρετικά με το FPA. Το σετ των τριών τοποθετήθηκε στο τελευταίο μοντέλο Professional (PRO-380) το 1984, σε μία πλήρως ανασχεδιασμένη πλακέτα και συχνότητα 15,5 MHz. Αυτό έγινε σε μία ανεπιτυχή προσπάθεια να τονωθούν οι πωλήσεις του DEC PRO, πλέον με πιο σαφή χαρακτήρα graphics workstation.

Η DEC επέλεξε τη Harris για την ανάπτυξη του J-11, έχοντας αναπτύξει ήδη πολύ καλή συνεργασία από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 στην ανάπτυξη ενός αντίστοιχα ολοκληρωμένου κυκλώματος στην 12μπιτη αρχιτεκτονική του PDP-8. Από εκείνη τη συνεργασία κατασκευάστηκε και ο επεξεργαστής Harris 6100 το 1975, που ήταν επίσης τεχνολογίας CMOS. Κάτι αρκετά σπάνιο -και προηγμένο- για την εποχή εκείνη. Σε αντίθεση με τους επεξεργαστές της αρχιτεκτονικής του PDP-11, στο Harris 6100 η CPU αποτελούνταν από ένα και μόνο chip. Ωστόσο υπήρχε ένας πολύ σημαντικός περιορισμός. Η διευθυνσιοδότηση ήταν κι αυτή 12μπιτη, περιορίζοντας το μέγεθος της μνήμης στα 6 KB (των 8 bits). Έπρεπε να συνδυαστεί εξωτερικά με το chip υποστήριξης 6102, το οποίο πρόσθετε τρεις γραμμές διευθύνσεων (και MMU), ανεβάζοντας την ελεγχόμενη μνήμη στα 48KB. Το ολοκληρωμένο Harris 6120 που τοποθετήθηκε στον DECmate ήταν μία εξελιγμένη μορφή του 6100 με ενσωματωμένο το κύκλωμα του 6102 και της MMU στο ίδιο chip. Χρονιζόταν δε στα 8 MHz.

DEC PC (ad)

ΤΟ ΤΡΙΠΛΟ ΛΑΘΟΣ

Η DEC έχοντας βάλει στόχο να ξεπεράσει την ΙΒΜ έγινε η ίδια ΙΒΜ. Ταυτόχρονα, η ΙΒΜ δανείστηκε τη φιλοσοφία της DEC της δεκαετίας του ’60. Ο ίδιος ο Κεν Όλσεν έδινε πολύ μεγάλο βάρος σε αυτό που αποκαλούμε εταιρική φιλοσοφία. Τα minicomputer της DEC πέτυχαν ακριβώς γιατί κάλυψαν πραγματικές ανάγκες ερμηνεύοντας σωστά τις τάσεις της τεχνολογίας και της αγοράς, και ταυτόχρονα όντας ανοικτές για πειραματισμούς πλατφόρμες. Οι ίδιες αυτές όμως αρχιτεκτονικές είκοσι χρόνια αργότερα, δεν είναι μόνο ξεπερασμένες. Είναι κυρίως ιδιόκτητο καθεστώς. Ενώ λοιπόν εκ πρώτης όψης το σκεπτικό των τριών συστημάτων που καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες και υποστηρίζουν (έστω όχι 100%) τα διαδεδομένα και κατεστημένα πρότυπα, είναι σωστό, αδυνατεί να ερμηνεύσει τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς στη δεκαετία του ’80.

Η DEC δεν έγινε ποτέ συνώνυμο της επεξεργασίας κειμένου, όπως για παράδειγμα η Wang. Η εμμονή δε στην αρχιεκτονική του PDP-8, για τον DECmate, ήταν -το λιγότερο- άστοχη.
Δεν ήταν λίγα τα στελέχη της DEC που απορούσαν τι δουλειά έχουν να ανακατεύονται στα χωράφια της Wang, με έναν υπολογιστή επεξεργασίας κειμένου χωρίς σαφή προορισμό. Η εμμονή δε στην αρχιεκτονική του PDP-8, για τον DECmate, ήταν -το λιγότερο- άστοχη.

Με τους μικροϋπολογιστές και ειδικά με τους πρώτους οικιακούς υπολογιστές, τα πράγματα έχουν γίνει πολύ πιο απλά. Το μεγάλο νέο κοινό -δηλαδή οι πιθανοί νέοι πελάτες της DEC- δεν είναι άνθρωποι που διαθέτουν τριβή στους υπολογιστές. Δεν είναι καν χομπίστες. Απλοί επαγγελματίες που θέλουν να οργανώσουν καλύτερα τη δουλειά τους. Έτσι, δεν πρόκειται να πειστούν επειδή ο PDP-11 ήταν η πιο αναγνωρισμένη οικογένεια minicomputer την περασμένη δεκαετία, ή ο PDP-8 ακόμη πιο παλιά. Αποζητούν ευκολία, ταχύτητα και κυρίως πολλές επιλογές σε λογισμικό και ειδικευμένα εργαλεία. Η DEC κάνει το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που απαιτούν οι καιροί. Διατηρεί κλειστές αρχιτεκτονικές, προσπαθώντας να επεκτείνει τα δικά της πρότυπα -που άλλωστε είναι φτιαγμένα για άλλον τύπο χρήσης- ακόμη περισσότερο στο μέλλον. Δεν έχει καν την προνοητικότητα να συγχωνεύσει τις αρχιτεκτονικές της, ή έστω να επιλέξει μία από αυτές. Ταυτόχρονα, αντί να βασίζεται σε τρίτους κατασκευαστές, τα κάνει όλα μόνη της. Από το λειτουργικό σύστημα και το λογισμικό, έως τα disk drives και το πληκτρολόγιο. Μπορεί ο κατάλογος των πρόσθετων καρτών, συσκευών και εφαρμογών να είναι πλουσιοπάροχος, αλλά οι τιμές τους παραμένουν σταθερά υψηλές. Στις βασικές συνθέσεις τα DEC PC έχουν ελλείψεις, ενώ όταν αρχίζει ο πελάτης να προσθέτει χαρακτηριστικά, η τιμή τους εκτοξεύεται σε δυσθεώρητα ύψη. Η DEC προσφέρει Rolls Royce σε μία αγορά που θέλει Golf. Ποιος θα έδινε σημασία σε υπολογιστές φτιαγμένους αποκλειστικά για επεξεργασία κειμένου που κόστιζαν όσο ένα ακριβό PC συμβατό; Ποιον ιδιώτη έννοιαζε πού είχε τις ρίζες του το λειτουργικό σύστημα P/OS, όταν τα μενού από τα οποία ελεγχόταν ήταν δυσνόητα και προκαλούσαν καθυστερήσεις; Ποιος ο λόγος η DEC να εμμένει σε μονόχρωμα συστήματα, όταν ακόμη και τα πιο φθηνά PC παρείχαν έστω και τη στοιχειώδη τετραχρωμία μιας CGA; Πώς ήταν δυνατό να πετύχει ένας προσωπικός υπολογιστής που δέχεται δισκέτες ενός και μόνου κατασκευαστή;

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν θα μπορούσε με κάποιο εναλλακτικό πρότυπο να αντιμετωπίσει, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του, τον ΙΒΜ-PC. Αν και η πραγματικότητα δεν γράφεται με υποθέσεις, η περίπτωση του Rainbow δείχνει ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ δύσκολο. Από τα τρία PC της, μόνο στο συγκεκριμένο μοντέλο η DEC επέλεξε δύο πολύ διαδεδομένες πλατφόρμες με μεγάλη εγκατεστημένη βάση χρηστών και πλουσιότατο λογισμικό, οι οποίες δεν ήταν δικές της. Έπαθε όμως, ό,τι και όλοι όσοι προσπάθησαν να «αντισταθούν» στην IBM επιλέγοντας CP/M. Μία λύση προηγούμενης πενταετίας που ήταν θεμελιωμένη στους 8μπιτους μικροϋπολογιστές. Βέβαια φρόντισε να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα, καθώς και η τιμή ήταν (και παρέμεινε) πολύ υψηλή και το πρότυπο έφτανε στα όρια της ζωής του και το σύστημα ήταν εγκλωβισμένο στα περιφερειακά της DEC (βλ. την περίπτωση του RX50 disk drive παρακάτω). Μοιραία και ο Rainbow απέτυχε, παρόλο που ήταν ένα λίγο πιο ισχυρό και πολύ πιο εκλεπτυσμένο μηχάνημα από τον IBM-PC.

Όταν το πρώτο PC/AT της DEC κυκλοφόρησε το 1986, τα πράγματα είχαν κριθεί. Μπορεί το Vaxmate να πρωτοτυπούσε σε ό,τι αφορά τις δικτυακές του δυνατότητες, ήταν όμως αδύνατο να κερδίσει μεγάλο μέρος της αγοράς και μάλιστα από τους νέους πολύ πιο δυναμικούς παίκτες (βλ. Compaq και Dell)
Όταν το πρώτο PC/AT της DEC κυκλοφόρησε το 1986, τα πράγματα είχαν κριθεί. Μπορεί το Vaxmate να πρωτοτυπούσε σε ό,τι αφορά τη δικτυοκεντρική φιλοσοφία του, ήταν όμως αδύνατο να κερδίσει σημαντικό μέρος της αγοράς και μάλιστα από τους νέους πολύ πιο δυναμικούς παίκτες (βλ. Compaq και Dell)

Για το κατά πόσο υπήρχε εναλλακτική δεν μπορεί κανείς να το πει με βεβαιότητα. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, οι περισσότεροι μηχανικοί της DEC ήταν σαφείς: κάνε ό,τι η IBM, αλλά κάντο καλύτερα. Πιο συγκεκριμένα, βλέποντας ότι το σύστημα δεν τραβάει, οι περισσότεροι στην DEC είχαν την άποψη ότι πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Compaq. Να φτιάξουν κλώνο του IBM-PC, αλλά με προσοχή στη λεπτομέρεια και την ποιότητα, προσθέτοντας επιπλέον χαρακτηριστικά και αναπτύσσοντας καλύτερο software. Πράγματα που ήδη γνώριζαν πώς να κάνουν -και πετυχαίνουν- στην εταιρεία. Δεν παύει όμως αυτή να είναι μία άποψη που διατυπώθηκε εκ των υστέρων. Έστω κι έτσι, ίσως η DEC να προλάβαινε τις εξελίξεις του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’80. Όταν ξεπηδούσαν σε όλον τον κόσμο μικρές εταιρείες που κατασκεύαζαν «φασόν» IBM-PC συμβατά χτυπώντας τις τιμές και την αγορά.

Τα προβλήματα στην προώθηση των προσωπικών υπολογιστών της DEC, αποτέλεσαν πολλαπλασιαστή για την αποτυχία τους. Σε μία εποχή που ακόμη τα minicomputer της γνωρίζουν εμπορική επιτυχία και η γκάμα τους επεκτείνεται με την αλματώδη εξέλιξη των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων VLSI, το δίκτυο της DEC είναι επαναπαυμένο. Κανείς δεν δίνει σημασία να προωθήσει υπολογιστές σε μία νέα αγορά, όταν ένας VAX που κοστίζει τα δεκαπλάσια συνεχίζει να «πουλάει». Η DEC χάνει τη στροφή της αγοράς στους desktop υπολογιστές και ειδικά στη φιλοσοφία client-server.

Όταν πολύ καθυστερημένα πλέον, το 1986, ο Rainbow αντικαταστάθηκε από τον VAXmate, που ήταν και ο πρώτος PC/AT συμβατός προσωπικός υπολογιστής της DEC, ήταν πολύ αργά. Και το κυριότερο: δεν υπήρχε σαφής στόχος. Μία δεύτερη προσπάθεια της DEC να μπει στο χώρο των συμβατών, έγινε το 1989, με τα μοντέλα 200, 300 και 400, της σειράς DECstation. Για μία ακόμη φορά το μάρκετινγκ της DEC βρέθηκε σε πλήρη σύγχυση. Τα DECstation ήταν οι πρώτοι σταθμοί εργασίας αρχιτεκτονικής RISC της Digital. Παράλληλα όμως, τρεις υποκατηγορίες μοντέλων πωλούνταν ως αρχιτεκτονικής x86 προσωπικοί υπολογιστές (με επεξεργαστές Intel 80286, 80386 και 80486 αντίστοιχα). Επιπρόσθετα, αυτά ακριβώς τα μοντέλα δεν κατασκευάζονταν από την DEC, αλλά από την Tandy για την αμερικάνικη αγορά και την Olivetti για την ευρωπαϊκή. Χάος…

RX-50 Ο «άκαμπτος» εύκαμπτος δίσκος

Από τα πολλά «φάουλ» που έκανε η Digital στο σχεδιασμό των DEC PC, το floppy disk drive ήταν ένα από τα μεγαλύτερα. Η επιμονή στις ιδιόκτητες αρχιτεκτονικές άγγιξε κι ένα μέσο, όπου θεωρητικά είναι αυτοσκοπός να υπάρχουν κοινά πρότυπα. Η DEC θέλησε ακόμη κι εκεί να πρωτοτυπήσει και να ξεπεράσει την IBM.

Στο διπλό disk drive της DEC οι δισκέτες έπρεπε να τοποθετηθούν αντιδιαμετρικά. Κάτι που μπέρδευε συχνά τους νέους χρήστες.
Στο διπλό disk drive της DEC οι δισκέτες έπρεπε να τοποθετηθούν αντιδιαμετρικά. Κάτι που μπέρδευε συχνά τους νέους χρήστες.

To RX-50 ήταν το κοινό, σε όλους τους υπολογιστές της DEC κατά τη δεκαετία του ’80, πρότυπο μονάδας εύκαμπτου δίσκου. Ενώ η διάσταση ήταν η τυπική των 5,25», όλες οι υπόλοιπες προδιαγραφές αφορούσαν αποκλειστικά τους υπολογιστές της DEC. Τεχνολογικά η δισκέτα του RX-50 βρισκόταν ένα σκαλοπάτι πάνω από τον ανταγωνισμό, καθώς διέθετε επιφάνεια τετραπλής πυκνότητας (96 tpi – tracks per inch). Συγκρινόμενη με την τυπική δισκέτα του IBM PC, διπλής όψης-διπλής πυκνότητας (DSDD – Double Sided/Double Density), η δισκέτα του RX-50 δεν είχε απλώς μεγαλύτερο αποθηκευτικό χώρο (400 αντί για 360 ΚΒ), αλλά τον παρείχε σε μία μόνο πλευρά (σ.σ. οι DSDD πρόσφεραν 180 ΚΒ σε κάθε πλευρά). Θεωρητικά αυτό αποτελούσε σημαντικό αβαντάζ για το drive της DEC.

Μία δεύτερη ιδιαιτερότητα του RX-50 FDD είχε να κάνει με το γεγονός ότι ήταν διπλό. Δηλαδή μπορούσε στην ίδια συσκευή να τοποθετηθούν δύο δισκέτες, αλλά όχι να λειτουργήσουν μαζί, αφού ο μηχανισμός των κεφαλών ήταν κοινός και κινούσε και τις δύο ταυτόχρονα. Επίσης οι δισκέτες έπρεπε να τοποθετηθούν αντδιαμετρικά (η κάτω με την πάνω όψη και η πάνω με την κάτω όψη). Κάτι που μπέρδευε τους νέους χρήστες των υπολογιστών της DEC, αν και υπήρχαν ενδείξεις στο πορτάκι του drive.

Όλα τούτα έκαναν το πρότυπο της DEC μοναδικό και ασύμβατο με τις δισκέτες για τα υπόλοιπα PC. Το χειρότερο όλων όμως ήταν ότι για τον πρώτο καιρό η DEC δεν παρείχε τη δυνατότητα διαμόρφωσης (format) των δισκετών. Μοιραία, οι κάτοχοι του Rainbow 100 ήταν αδύνατο να κάνουν format στις δισκέτες τους. Και ήταν αναγκασμένοι να αγοράζουν προδιαμορφωμένες δισκέτες που κόστιζαν πολλαπλάσια από ό,τι οι υπόλοιπες 5,25» του εμπορίου. Αν και η κατάσταση αυτή διορθώθηκε λίγο αργότερα, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε τεχνική αναγνώρισης των δισκετών του IBM-PC στα drives της DEC, το RX-50 πρόλαβε να περάσει στο πάνθεον των συσκευών με σοβαρά σφάλματα σχεδιασμού.

ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΦΕΡΑΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ

Ο ιδρυτής της DEC υπήρξε ο άνθρωπος που διαμόρφωσε και τη φιλοσοφία της. Τον καιρό που στις ΗΠΑ ανακυρήχθηκε "επιχειρηματίας της χρονιάς"
Ο ιδρυτής της DEC διαμόρφωσε και τη φιλοσοφία της. Τη χρονιά που στις ΗΠΑ κέρδιζε τον τίτλο «επιχειρηματίας της χρονιάς» (1986) ήδη έβλαπτε το μέλλον της εταιρείας του, καθώς, όπως αναφέρει ο πρώην καθηγητής διοίκησης επιχειρήσεων στο ΜΙΤ, Έντγκαρ Σάιν, «από δικηγόρος του διαβόλου, είχε μετατραπεί σε απλό δικηγόρο».

Για την ιστορία, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η αποτυχία της DEC στη δεκαετία του ’90 δεν οφειλόταν αποκλειστικά στον λανθασμένο τρόπο που επέλεξε να μπει στην αγορά προσωπικών υπολογιστών. Είναι μία αποτυχία πολυπαραμετρική και περνάει κυρίως από τις επιλογές που έκανε στις αγορές που ήδη κατείχε, αλλά και το μοντέλο διοίκησης. Λάθη που έγιναν ακριβώς στο απόγειο της δόξας της, όταν η DEC βρέθηκε πίσω από την IBM με προοπτικές να την προσπεράσει μέσα στη δεκαετία και το περιοδικό Fortune απέδιδε στον ιδρυτή της, Κεν Όλσεν, τον τίτλο «επιχειρηματίας της χρονιάς» του 1986. Η παράθεση των λαθών αυτών θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο, οπότε θα αναφερθούμε επιγραμματικά. Αν μάλιστα θέλαμε να συνοψίσουμε σε μία πρόταση το σύνολο των σφαλμάτων της DEC τότε θα λέγαμε ότι ήθελε να γίνει IBM στη θέση της IBM.

  • Ο Κεν Όλσεν έπαψε να ασκεί ουδέτερη διοίκηση και άρχισε να παρεμβαίνει σε κάθε σχέδιο. Προωθούσε και σαμπόταρε πρότζεκτ σύμφωνα με την προσωπική του άποψη. Γενικά, η αλλαγή του τρόπου διοίκησης ώθησε πολλά έμπειρα στελέχη να εγκαταλείψουν την εταιρεία. Η πιο σημαντική απώλεια ήταν εκείνη του Γκόρντον Μπελ το 1983.
  • Αύξανε το προσωπικό και τις απολαβές του με μεγαλύτερο ρυθμό από ό,τι τα έσοδά της, παρασυρμένη από την επιτυχία της. Όταν άλλαξε απότομα η μορφή της αγοράς στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με τα κόστη παραγωγής της DEC να βρίσκονται στα ύψη, η αίγλη και εργασιακή ασφάλεια, μετατράπηκαν σε πανικό και αβεβαιότητα.
  • Έδωσε όλη της την προσοχή να προσπεράσει την IBM προσφεύγοντας στις περασμένες τακτικές της, τη στιγμή που η IBM εγκατέλειπε το μονολιθικό παρελθόν της, αντιγράφοντας την επιτυχημένη «ανοικτή» φιλοσοφία της DEC.
  • Προσπαθώντας να ανταγωνιστεί την IBM, δεν πρόσεξε όσο έπρεπε τις δυναμικά αναδυόμενες εταιρείες στο χώρο της, όπως η Sun και η Apollo.
  • Αγνόησε την τάση της αγοράς στους προσωπικούς υπολογιστές και στη φιλοσοφία client-server. Επέμεινε στους minicomputer, λίγω της συνεχιζόμενης επιτυχίας των VAX. Αντί να στρέψει έγκαιρα τις δυνάμεις της στα workstation και τους servers, θέλησε να μπει στην αγορά των mainframe (VAX 9000) την πιο ακατάλληλη στιγμή.
  • Παρόλο που ως και το 1977 το UNIX έτρεχε αποκλειστικά σε υπολογιστές της DEC, τελικά κατάφερε να το χάσει, όταν η εξέλιξή του μετακινήθηκε στην πλατφόρμα του Motorola 68000 και στα συστήματα της Sun. Και πάλι λόγω της επιτυχίας των VAX, ο Όλσεν που θεωρούσε ότι το UNIX δεν μπορεί να αποφέρει κέρδη, προτίμησε να επικεντρωθεί η DEC στο VAX/VMS.
  • Έχασε το τρένο των RISC επεξεργαστών, ερχόμενη τέταρτη και καταΐδρωμένη, έξι χρόνια μετά τις MIPS και HP (PA RISC) και τρία μετά τη Sun (SPARC). Κι ενώ κατασκεύασε μοντέλα DECstation με επεξεργαστές της MIPS, καταφέροντας να πλησιάσει τον ανταγωνισμό, τελικά τα εγκατέλειψε για τη δική της πλατφόρμα Alpha. Εκεί μάλιστα έχασε και την εξέλιξη του πυρήνα των Windows NT, ο οποίος αρχικά αναπτύχθηκε στα DECstation.
  • Ανέπτυξε ένα πολύ σύνθετο και κλειστό σύστημα μάρκετινγκ και προώθησης προϊόντων, τη στιγμή που υπήρχε σύγχυση μεταξύ των τμημάτων. Γενικά η DEC τη δεκαετία του ’80 χαρακτηριζόταν από έλλειψη οράματος και στόχων. Σταμάτησε να υποστηρίζει την αγορά ΟΕΜ και τα δίκτυα καταστημάτων δεν είχαν λόγο να τη στηρίξουν. Οι ίδιοι οι πωλητές της επιδίωκαν το εύκολο κέρδος (πάλι λόγω VAX) και δεν προωθούσαν σωστά τα καταναλωτικά της μοντέλα.
  • Συνέχισε ακόμη και στη δεκαετία του ’90 να τα κάνει όλα μόνη της. Από τσιπάκια έως λειτουργικά συστήματα και από προσωπικούς υπολογιστές έως supercomputers. Απέτυχε ακόμη και στη νέα αγορά του Internet, παρόλο που ήταν από τις πρώτες εταιρείας που αξιοποίησαν τον Παγκόσμιο Ιστό κατά την ανάδυσή του στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αφήνοντας να χαθεί η τεράστια ευκαιρία της AltaVista.
DEC revenues
H επιτυχία των VAX σέρνει το χορό στα χρόνια της οικονομικής εκτίναξης της DEC, φέρνοντάς την δεύτερη παγκοσμίως μετά την ΙΒΜ. Σε εκείνη ακριβώς την περίοδο η εταιρεία κάνει και όλα τα λάθη της, αγνοώντας τις συντριπτικές αλλαγές που συμβαίνουν στην αγορά.

Χάρη σε όλα τα παραπάνω -και ακόμη περισσότερα, μικρότερης σημαντικότητας- λίγοι δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο τι συνέβη με τα PC της DEC. Ίσως διότι η θεαματική άνοδός της συνεχιζόταν και τα χρόνια μετά την κυκλοφορία τους. Όμως, αν και τα DEC PC δεν καθόρισαν την αποτυχία της εταιρείας, σίγουρα της αφαίρεσαν πολύτιμες δυνατότητες ελιγμών στη νέα πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε την δεκαετία του ’90. Τελικά η Digital όχι μόνο βρέθηκε στα χέρια της Compaq μόλις λίγα χρόνια μετά τον θρίαμβό της, αλλά ήταν τόσα τα συσσωρευμένα λάθη της που γονάτισαν γρήγορα και την ίδια την Compaq, οδηγώντας την με τη σειρά της στην ιδιοκτησία της HP.

40 ΧΡΟΝΙΑ DIGITAL EQUIPMENT

ΠΗΓΕΣ

Δείτε επίσης…