30 years Amstrad CPC464

30 χρονια Amstrad CPC | «Υπολογιστης του Λαου»

vinieta-featureΣαν σήμερα, πριν από 30 χρόνια (στις 21 Ιουνίου 1984) κυκλοφορεί το πρώτο μοντέλο από τη σειρά CPC των οικιακών υπολογιστών της Amstrad, ο CPC 464. Ήταν ένας υπολογιστής που ενσωμάτωσε πολλές αντιφάσεις. Μπήκε στην παραγωγή μήνες μετά την έκρηξη των μικροϋπολογιστών της βρετανικής βιομηχανίας. Ήταν μία βιαστική δουλειά: το μηχάνημα που πρωτοπαρουσιάστηκε την άνοιξη του 1984 δεν υπήρχε καν εννιά μήνες πιο πριν. Ήταν ένας από τους καλύτερα κατασκευασμένους βρετανικούς υπολογιστές εκείνη την εποχή, και παρόλα αυτά προερχόταν από μία εταιρεία γνωστή για τα φθηνιάρικα προϊόντα hi-fi. Ποια ήταν η ιστορία πίσω από τη συνταγή της επιτυχίας του, που μεταφράστηκε σε περισσότερα από 3 εκατομμύρια πωλήσεις σχεδόν αποκλειστικά στην ευρωπαϊκή αγορά;

Πρόσκληση για την παρουσίαση του CPC 464
Πρόσκληση για την παρουσίαση του CPC 464

Η πρόσκληση για την πρώτη παρουσίαση, που έγινε στις 11:30 π.μ. της 12ης Απριλίου 1984, στο Westminster School του Λονδίνου, προσκαλούσε (και προκαλούσε) τους καλεσμένους να «γνωρίσουν τους Αΐνστάιν, Αρχιμήδη, Σέξπιρ, Μονέ και Ραβέλ«. Στην πραγματικότητα θα γνώριζαν τον Amstrad CPC 464 (όπου CPC, Colour Personal Computer).

Δεν είναι πολύ σαφές το πότε η Amstrad αποφάσισε να μπει στην αγορά των οικιακών υπολογιστών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το αφεντικό της εταιρείας, Άλαν Σούγκαρ, ήταν αρνητικός στην ιδέα, επειδή θεωρούσε ότι ο απλός καταναλωτής στον οποίο απευθυνόταν η εταιρεία του δεν χρειαζόταν υπολογιστή. Άλλαξε τη γνώμη του γύρω στο 1982 και πιθανότατα μετά επιτυχημένο το λανσάρισμα του ZX Spectrum. Ένα μοντέλο που δεν ήταν ούτε ο πρώτος οικιακός υπολογιστής, ούτε καν ο πρώτος έγχρωμος υπολογιστής της Μεγ. Βρετανίας. Ήταν όμως εμφανίσιμος και φθηνός. Και εκείνη την εποχή, ό,τι μπορούσες να διαθέσεις στην αγορά, το πουλούσες. Ποιος κατασκευαστής ηλεκτρονικών μπορούσε να αντισταθεί σε αυτήν την αγορά;

Η Amstrad ξεκινά να προγραμματίζει τον υπολογιστή της στις αρχές του 1983. Ο αρχιμηχανικός της εταιρίας έκανε μία ενδελεχή συγκριτική ανάλυση των συσκευών τις οποίες θα ανταγωνιζόταν ο υπολογιστής της Amstrad. Το συμπέρασμα της έρευνάς του ήταν ότι η εταρεία μπορούσε να μπει στην αγορά και να εκμεταλλευτεί την τεχνογνωσία της στην κατασκευή προϊόντων με φθηνά υλικά και πληρότητα αντίστοιχη των «‘ολα σε ένα» hi-fi που ήδη κατασκεύαζε. Μία ιδέα ήταν να κατασκευάσει κλώνο του Apple II, αλλά απορρίφθηκε γρήγορα.

O CPC464 ήταν "όλα σε ένα" για να μην απασχολείται η τηλεόραση της οικογένειας
O Amstrad CPC τα είχε όλα, για να μην «καταλαμβάνει» την τηλεόραση της οικογένειας

«Το σκεπτικό ήταν απλό: η μαμά και ο μπαμπάς δεν θέλουν ο μικρός Γιαννάκης να καταλαμβάνει την τηλεόρασή τους, οπότε ο υπολογιστής του θα έπρεπε να διαθέτει το δικό του μόνιτορ, κανονικής διάστασης πληκτρολόγιο και ενσωματωμένο κασετόφωνο, σε τιμή κάτω από 200 λίρες» (…) «Έτσι, ο μικρός Γιαννάκης θα είχε τον υπολογιστή του στο δωμάτιό του, αφήνοντας ήσυχη την τηλεόραση της οικογένειας».

Alan Sugar (αυτοβιογραφία, 2010)

Η Amstrad δεν διέθετε τεχνογνωσία στην κατασκευή hardware και λογισμικού, οπότε αυτά θα τα άφηνε σε εξωτερικούς συνεργάτες. Η ίδια θα κατασκεύαζε το πλαίσιο και τους μηχανισμούς του, κάτω από την επίβλεψη του Μπομπ Γουάτκινς. Διευθυντής παραγωγής της εταιρείας και άνθρωπος-κλειδί στην ομάδα του Σούγκαρ. Πολύ γρήγορα λοιπόν, το κουτί, το πληκτρολόγιο και το κασετόφωνο ήταν έτοιμα και το μόνο που είχε να περιμένει η ομάδα της Amstrad ήταν την ολοκλήρωση της πλακέτας και των βασικών εφαρμογών που θα έτρεχαν στον υπολογιστή.

Η πρώτη ομάδα σχεδιασμού

Γύρω στον Απρίλιο του 1983 βρέθηκε η ομάδα σχεδιασμού. Ή για να είμαστε ακριβείς, οι δύο άνθρωποι που θα κατασκεύαζαν και το hardware και το software του υπολογιστή. Ο Σούγκαρ τους περιγράφει στην αυτοβιογραφία του ως «δύο χίπιδες που μας είχαν βοηθήσει στο παρελθόν». Σαν βάση είχε επιλεγεί αρχικά ο επεξεργαστής MOS 6502, που τότε χρησιμοποιούνταν από τους πιο δημοφιλείς υπολογιστές του ανταγωνισμού, όπως Apple II, Commodore  64 και BBC Micro. Η υπόσχεση των μηχανικών ήταν υπερβολικά αισιόδοξη και η διοίκηση της Amstrad την πήρε της μετρητοίς. Έτσι, μία συνηθισμένη σε αυτές τις περιπτώσεις απάντηση «κανένα μήνα θα μας πάρει» σήμαινε για τον Γουάτκινς ακριβώς ένα μήνα, μετά την παρέλευση του οποίου άρχισε να ρωτάει πιεστικά αν ολοκληρώθηκε η δουλειά.

Ο ένας από τους δύο μηχανικούς, Πολ Κέλι στο όνομα, συνειδητοποίησε ότι πρακτικά δεν είχαν κάνει τίποτε ουσιαστικό στον ένα μήνα και ότι θα ήταν αδύνατο να τηρήσουν την υπόσχεσή τους για κάτι γρήγορο. Για την ακρίβεια είχαν συναρμολογήσει ένα σετ πολυάριθμων ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, χωρίς να συνειδητοποιούν καν ότι θα μπορούσαν πολλά από αυτά να συγχωνευθούν σε ένα τσιπ, ειδικά σχεδιασμένο για αυτόν τον υπολογιστή. Το δε τσιπάκι της ROM δεν υπήρχε, γιατί πολύ απλά δεν υπήρχε καθόλου software.

Ο CPC464 είχε αποκτήσει το τελικό του σχήμα -αν και με διαφορετικά χρώματα- ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της εξέλιξής του.
Ο CPC464 είχε αποκτήσει το τελικό του σχήμα -αν και με διαφορετικά χρώματα- ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της εξέλιξής του. Το κωδικό του όνομα ήταν Arnold, πριν πάρει το τελικό -τυπικό- τίτλο CPC, Colour Personal Computer.

Η αφόρητη πίεση οδήγησε στην κατάρρευση του Κέλι, ο οποίος αποχώρησε επιστρέφοντας και την προκαταβολή που είχε πάρει για τη δουλειά. Σύμφωνα με τον Άλαν Σούγκαρ, ο Κέλλι επέστρεψε κάποια στιγμή αργότερα και παρέδωσε λίγες γραμμές κώδικα, ο οποίος υποτίθεται θα αποτελούσε μέρος του software που θα έμπαινε στη ROM. Ο Σούγκαρ χαρακτήρισε τη δουλειά «σκουπίδι». Μία συλλογή από bytes χωρίς νόημα, μόνο και μόνο για να γεμίσουν ένα ολοκληρωμένο. Ήταν «ανοησίες για να κρατάνε τον Μπομπ ήσυχο». Έγινε γρήγορα φανερό ότι ο Γουάτκινς έπρεπε να πάρει το πρότζεκτ από τα χέρια των «χίπηδων» και να το παραδόσει σε κάποιους περισσότερο ικανούς.

Η δεύτερη ομάδα σχεδιασμού

Οι άνθρωποι-κλειδιά στην εξέλιξη του Amstrad CPC ονομάζονται Ρόλαντ Πέρι και Ουίλιαμ Πόελ. Οι δύο παιδικοί φίλοι βρέθηκαν να συνεργάζονται στην εταιρεία Ambit. Η Ambit, την οποία ίδρυσε ο Πόελ το 1972, ειδικευόταν στην κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών και μέσα στην πρώτη δεκαετία της ύπαρξής της είχε αναπτυχθεί αρκετά και αποκτήσει καλή φήμη. Ο Πέρι βρέθηκε στο δυναμικό της εταιρείας του φίλου του, όταν εγκατέστησε το μηχανογραφικό κέντρο με υπολογιστές της Sintrom Group όπου εργαζόταν. Εγκατέλειψε την εταιρεία στις αρχές της δεκαετίας του ’80 για να προσληφθεί από την Ambit στη θέση του επικεφαλής της μηχανοργάνωσης. Ήταν παράλληλα ο άνθρωπος που σχεδίαζε το λογισμικό που έτρεχαν οι υπολογιστές για τον έλεγχο της αποθήκης της Ambit.

Η Amstrad είχε ήδη επιτυχημένη συνεργασία με την Ambit, η οποία την προμήθευε εξοπλισμό για τα hi fi της και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές. Ήταν λογικό, το καλοκαίρι του 1983, όταν το πρόγραμμα ανάπτυξης του CPC βρέθηκε σε τέλμα, να καταφύγει ο Γουάτκινς στον Πόελ για βοήθεια. Ο Πόελ δέχτηκε να αναλάβει μαζί με τον Πέρι, σε ρόλο συμβούλων, την ολοκλήρωση της ανάπτυξης του λογισμικού πάνω στην ήδη υπάρχουσα πλατφόρμα (MOS 6502) του CPC.

Ακόμη και το κασετόφωνο ήταν λειτουργικό και τοποθετημένο στον πρωτότυπο CPC464, πριν ξεκινήσουν να κατασκευάζονται οι πλακέτες του.
Ακόμη και το κασετόφωνο ήταν λειτουργικό και τοποθετημένο στον πρωτότυπο CPC464, πριν ξεκινήσουν να σχεδιάζονται οι πλακέτες του.

Όπως αναφέρει ο Ρόλαντ Πέρι: «Το φόρτε της Amstrad ήταν να τα καταφέρνει στη χύτευση και στα συμβατικά ηλεκτρονικά. Τον Αύγουστο (του 1983) διέθεταν ένα ολοκληρωμένο κουτί με πληκτρολόγιο, τις οθόνες και το κασετόφωνο, έτοιμα και στη θέση τους – πατούσες το κουμπί Eject και πεταγόταν κανονικά η κασέτα. Όλα όπως σε έναν πλήρως ολοκληρωμένο υπολογιστή» (…) «Το μόνο τους πρόβλημα ήταν ότι δεν είχαν κεντρική πλακέτα. Γνώριζαν μέχρι και το σχήμα που θα είχε. Είχαν τοποθετήσει τις θύρες και τις υποδοχές στο πλαίσιο. Όλα στις κανονικές τους θέσεις. Οπότε το μόνο που χρειαζόταν ήταν μία πλακέτα κομμένη στα μέτρα του, για να γεμίσει το άδειο κουτί».

Στρατολογώντας τους ειδικούς

Ο Πέρι ξεκίνησε αμέσως για το Κέμπριτζ, όπου γνώριζε πολλούς χομπίστες αλλά και μικρές εταιρείες ηλεκτρονικών και ανάπτυξης λογισμικού, ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, αναζητώντας τους κατάλληλους ανθρώπους για τις κατάλληλες θέσεις.

«Γνώριζα πολύ κόσμο που δούλευε με αυτά τα πράγματα, και ήξερα ακριβώς ποια συστατικά ήταν αναγκαία: χρειαζόταν μία έκδοση της BASIC, μία γεννήτρια ήχου και συγκεκριμένες αναλύσεις γραφικών. Πολλοί υπολογιστές διέθεταν περιορισμένη ανάλυση με μόλις τέσσερα χρώματα και ήθελα κάτι καλύτερο από αυτό», θυμάται ο Ρόλαντ Πέρι.

Μεταξύ των συναντήσεών του, μίλησε και με έναν πρώην συμμαθητή του που τότε εργαζόταν στην Acorn Computers. Εκείνος του συνέστησε να ταξιδέψει ως το Σάρεϊ για να μιλήσει με μία μικρή εταιρεία με όνομα Locomotive, η οποία είχε σχεδιάσει πρόσφατα μία νέα έκδοση της BASIC για το BBC Micro.

Ρόλαντ Πέρι, την εποχή που εργαζόταν για την Amstrad.
Ρόλαντ Πέρι, την εποχή που εργαζόταν για την Amstrad.

«Για πρώτη φορά είδαμε το hardware τον Αύγουστο του 1983, όταν ο Ρόλαντ (Πέρι) εμφανίστηκε στην πόρτα μας», αναφέρει ο συνιδρυτής της Locomotive, Ρίτσαρντ Κλέιτον, το 2012. «Είχε κολλήσει τη λέξη Arnold στο κουτί, αλλά όταν το ανοίξαμε ήταν εμφανές το Amstrad τυπωμένο στην πλακέτα με τα κυκλώματα». Γιατί Arnold; Ο Ρόλαντ Πέρι επιμένει ότι το κωδικό όνομα του Amstrad CPC ήταν ιδέα του Πόελ, και πολύ αργότερα ανακάλυψαν ότι αποτελεί αναγραμματισμό του δικού του ονόματος (Roland → Arnold).

Σε εκείνη τη φάση η εξωτερική εμφάνιση του υπολογιστή ήταν σχεδόν ολοκληρωμένη. Ακόμη και τα λογότυπα της εταιρείας ήταν τυπωμένα πάνω στο πρωτότυπο. Ωστόσο, λόγω εμπιστευτικότητας  και ασφάλειας από απρόοπτα, ο Πέρι έσβησε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν στην Amstrad. Δεν ήθελε να γνωρίζουν όλοι εκείνοι με τους οποίους συναντήθηκε ποιος σχεδίαζε το μηχάνημα και σίγουρα ήθελε να αποφύγει τη δημιουργία της αίσθησης ότι μία γνωστή βρετανική εταιρεία ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών μπαίνει στο χώρο των μικροϋπολογιστών. Ο Ρίτσαρντ Κλέιτον ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζαν καν την Amstrad εκείνη την εποχή, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να υπογράψουν άμεσα συμφωνία για την ανάπτυξη ενός BASIC interpreter για το μηχάνημα. Η Locomotive ήταν ιδανική γι’ αυτή τη δουλειά. Παρόλο που είχε ιδρυθεί μόλις το Φεβρουάριο εκείνης της χρονιάς, διέθετε ήδη συμβόλαιο από την Acorn για την ανάπτυξη μίας έκδοσης της γλώσσας για την κάρτα με επεξεργαστή Z80 που θα προσφερόταν ως έξτρα στον BBC Micro. Η Mallard Basic ήταν ήδη έτοιμη και περνούσε το τελικό τεστ για πιθανά bugs, το καλοκαίρι του 1983.

Αυτές οι δύο θύρες αντικαταστάθηκαν από το Joystick port και την έξοδο για τα ακουστικά, στον τελικό CPC.
Αυτές οι δύο θύρες αντικαταστάθηκαν από το Joystick port και την έξοδο για τα ακουστικά, στον τελικό CPC.

Η BASIC της Locomotive ήταν γραμμένη σε γλώσσα μηχανής του Z80. Αυτό που έπρεπε να γίνει ήταν να ολοκληρωθεί το hardware και στη συνέχεια να γραφτεί το λογισμικό, εξηγεί ο Πέρι. Οι υπεύθυνοι της Locomotive του είπαν ότι θα μπορούσαν να μεταφέρουν την BASIC του σε γλώσσα μηχανής του 6502, αλλά ίσως να μην μπορούσαν να ολοκληρώσουν όλες τις αλλαγές που απαιτούνταν -για τα γραφικά, τον ήχο, το σύστημα αρχείων κ.λπ.- έως την προθεσμία που είχε ορίσει η Amstrad στην Ambit. Δηλαδή το Δεκέμβρη του 1983. «Γιατί», πρότειναν, «δεν αλλάζετε εσείς σε Z80. Με αυτόν τον τρόπο η Locomotive θα είχε τη δυνατότητα να ολοκλήρώσει γρήγορα τη δουλειά της και να επεκτείνει και ενισχύσει την έκδοση της BASIC.

Μej, το παιδί-θαύμα

Ο Ρίτσαρντ Κλέιτον, της Locomotive, γνώριζε έναν μηχανικό από την εποχή που εργαζόταν στην Data Recall. Εταιρεία κατασκευής συστημάτων αυτοματισμού γραφείου και ειδικότερα επεξεργαστών κειμένου. Ο νεαρός τότε Μαρκ-Έρικ Τζόουνς (Mark-Eric Jones), Mej για τους φίλους του, μπορεί να ήταν γιος του ιδιοκτήτη, αλλά ταυτόχρονα ήταν εργατικός και ιδιαίτερα ευφυής ηλεκτρονικός. Και μάλιστα ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με τα ολοκληρωμένα κυκλώματα. Μετά την αποφοίτησή του, ο Τζόουνς την εταιρεία MEJ, η οποία κατασκεύαζε μικροεπεξεργαστές κυρίως για ρομποτική χρήση. Όταν συναντήθηκε με τον Κλέιτον, εκείνο το καλοκαίρι του 1983, η MEJ ήταν ήδη μία ανθηρή εταιρεία με πλούσια τεχνογνωσία.

Μαρκ-Έρικ Τζόουνς, η απλά Mej. Παραμένει πιστός ως και σήμερα στην καινοτομία στα ηλεκτρονικά.
Μαρκ-Έρικ Τζόουνς, η απλά Mej. Παραμένει πιστός ως και σήμερα στην καινοτομία στα ηλεκτρονικά.

«Ο Ρόλαντ εμφανίστηκε με μία πλακέτα γεμάτη με τσιπάκια. Υπήρχαν κάποια θεματάκια με τη μητρική, για να το θέσω ευγενικά. Παρατήρησα ότι κάποια ολοκληρωμένα δεν ήταν καν συνδεδεμένα με την παροχή ρεύματος και σκέφτηκα ότι αυτό δεν θα μπορούσε να δουλέψει. Ήταν ξεκάθαρα τα λάθη πάνω του» (…) «Δεν είχα εμπειρία με τον 6502, παρά μόνο με δεκάδες σχέδια βασισμένα στον Z80. Οπότε, από τη δική μου πλευρά, δεν χρειαζόταν καν σκέψη για να γίνει αλλαγή σε Z80».

Mark-Eric Jones, 2012

Μέχρι το τέλος του Αυγούστου είχαν δοθεί τα χέρια, οριστεί οι συμφωνίες και καθοριστεί το deadline για τον Δεκέμβριο του 1983. H Locomotive είχε στη διάθεσή της δώδεκα εβδομάδες για να σχεδιάσει το λογισμικό. Σε αυτό το διάστημα η MEJ θα ολοκλήρωνε την πλακέτα με τα κυκλώματά της, βάσει προδιαγραφών, ώστε να «κουμπώσει» απευθείας στο πλαίσιο της Amstrad. Πράγματι, στην καθορισμένη ημερομηνία ήταν έτοιμη και η ROM, στην τελική της μορφή.

Ο Κλέιτον εξηγεί το σκεπτικό της ανάπτυξης της Locomotive BASIC, η οποία έμοιαζε με την πανίσχυρη έκδοση του BBC Micro, αλλά χωρίς τη δυνατότητα ενσωμάτωσης κώδικα μηχανής. Αντί αυτού, προστέθηκαν νέες εντολές, ώστε να είναι εύκολο να προγραμματιστούν ρουτίνες κίνησης, σχεδιασμού γραφικών και συγχρονισμένου ήχου, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει ο χρήστης σε γλώσσα μηχανής.

Οι προδιαγραφές

O σχεδιασμός του υπολογιστή ξεκινά με πυρετώδεις ρυθμούς, χωρισμένος σε τέσσερις τομείς: την οθόνη, τα γραφικά, την αριθμητική κινητής υποδιαστολής και τον πυρήνα του λειτουργικού συστήματος.

Η αρχική οθόνη με την εκκίνηση του υπολογιστή (σε mode 1)
Η αρχική οθόνη με την εκκίνηση του υπολογιστή (σε mode 1)

Κύρια επιδίωξη η απόσταση της BASIC από το firmware. Όπως εξηγεί ο Κρις Χολ (σ.σ. συνεργάτης του Κλέιτον στην Locomotive και υπεύθυνος για το OS), «Η BASIC πακετάρει τις εντολές που πληκτρολογούνται και τις περνάει στο firmware» (…) «Θέλαμε να αποφύγουμε τους λεγόμενους «μαγικούς αριθμούς«. Κι ο Commodore 64 διέθετε αξιόλογο hardware, αλλά θα έπρεπε να σπαταλήσεις χρόνο χρησιμοποιώντας εντολές POKE με μαγικά νούμερα». Σκοπός, εξηγεί ο Χολ, είναι να διευκολυνθεί ο προγραμματισμός: «Ακόμη κι ένας έμπειρος προγραμματιστής, αν δει μία λίστα με εντολές POKE που έγραψε ο ίδιος λίγο καιρό πριν, θα δυσκολευτεί να καταλάβει τι κάνει ο κώδικας» (…) «Έπρεπε να υπάρχει απόσταση του χρήστη από το hardware. Μοναδική εξαίρεση κάποια εντυπωσιακά και γρήγορα εφέ στην οθόνη, για τα οποία αποφασίσαμε να μην αφιερώσουμε γενικές ρουτίνες»

Ένα καινοτόμο χαρακτηριστικό που οφειλόταν στην αφαίρεση της δυνατότητας εισαγωγής κώδικα Assembly, ήταν η εκμετάλλευση των διακοπτών (interrupts) από την BASIC. Οι εντολές EVERY και AFTER επέτρεπαν την ενεργοποίηση υπορουτίνων σε χρονικά διαστήματα πολλαπλάσια του 1/50ου του δευτερολέπτου. Μόνο ο ιαπωνικός Sord M5 είχε τέτοια δυνατότητα.

Χτίζοντας τον Arnold

Τα 16 ΚΒ από τα 64 ΚΒ της RAM ήταν δεσμευμένα για την οθόνη και τα γραφικά. Άλλα 5 ΚΒ απαιτούσε το λειτουργικό σύστημα, αφήνοντας 42 ΚΒ ελεύθερα στο χρήστη. Η ROM των 32 ΚΒ ενσωμάτωνε την BASIC. Στα πρώτα 16 ΚΒ ήταν αποθηκευμένες οι εντολές της Mallard (σ.σ. της έκδοσης που σχεδίασε η Locomotive για τον BBC Micro) και στα υπόλοιπα οι επιπλέον εντολές, γραφικών, ήχου κ.λπ. που συνέθεταν την έκδοση του CPC.

Πολλά παιχνίδια έκαναν χρήση δύο αναλύσεων (mode 0 πάνω και mode 1 κάτω) στην ίδια οθόνη. Στη φωτογραφία, το Sorcery Plus (1985).
Πολλά παιχνίδια έκαναν χρήση δύο αναλύσεων (mode 0 πάνω και mode 1 κάτω) στην ίδια οθόνη. Στη φωτογραφία, το Sorcery Plus (1985).

Το σύστημα γραφικών ήταν απλό στη σύλληψη και ταυτόχρονα αποδοτικό. Υπήρχαν τρεις αναλύσεις 160×200 pixels (mode 0), 320×200 pixels (mode 1) και 640×200 pixels (mode 2), με 16, 4 και 2 χρώματα αντίστοιχα από παλέτα 27 χρωμάτων. Αυτές είναι περίπου οι επιδόσεις της CGA του IBM-PC, αν και λίγο ανώτερες λόγω μεγαλύτερης παλέτας. Για το σύστημα απεικόνισης ωστόσο υπήρχε μόνο ένα mode, ανάλυσης 640×400 pixels. Κάθε κουκίδα δηλαδή στην οθόνη αντιστοιχούσε σε 4×2 pixels στο mode 0, 2×2 pixels στο mode 1 και 1×2 pixels στο mode 2. Η επιλογή του διπλάσιου ύψους έγινε για να μην παρατηρούνται μεγάλες διαφοροποιήσεις στο λόγο x:y και να μη φαίνονται οι κύκλοι σαν ελλείψεις στα modes χαμηλής και υψηλής ανάλυσης. Επίσης, η τεχνική αυτή, γνωστή και ως Graphics VDU (Video Display Units) ήταν εύκολη στην υλοποίηση, διευκόλυνε την κατασκευή του μόνιτορ και επιπλέον επέτρεπε τη μίξη των αναλύσεων. Εξαιρώντας την ανυπαρξία sprites και κύλισης (scrolling) σε επίπεδο hardware, τα γραφικά του Amstrad ήταν ανώτερα των κύριων 8μπιτων ανταγωνιστών του, κυρίως στα χρώματα.

Η ομάδα της Locomotive προχωρούσε στη δουλειά της ελαφρώς στα τυφλά. Γνώριζε τις γενικές προδιαγραφές του μηχανήματος, καθώς και τη τάξη του κόστους του. Ούτως ή άλλως, όπως διευκρινίζει ο Χολ, «δεν υπήρχε χρόνος να φτιαχτεί ένας QL από το μηδέν». Οι περιορισμοί διευκόλυναν κάποιες επιλογές. «Το κουτί, το πληκτρολόγιο και το κασετόφωνο ήταν ήδη έτοιμα και έπρεπε να λαμβάνονται δεδομένα. Η θύρα Centronics ήταν η λογική λύση για τον εκτυπωτή. Η ύπαρξη του κασετοφώνου έκανε τη ζωή λίγο πιο εύκολη, καθώς τα ηλεκτρονικά του έχουν ορισμένες ιδιομορφίες. Πρόσθεσε ένα τσιπ διάταξης λογικών πυλών (Gate Array) και είναι έτοιμος ο υπολογιστής».

Το εσωτερικό της πρώτης ολοκληρωμένης έκδοσης του CPC 464.
Το εσωτερικό της πρώτης ολοκληρωμένης έκδοσης του CPC 464. Στην εικόνα φαίνεται το κύκλωμα ULA της Ferranti, το οποίο όμως δεν δούλεψε ποτέ. Τα μοντέλα που κυκλοφόρησαν στα καταστήματα διέθεταν τσιπάκια των LSI Logic και SGS. Η εξωτερική διαφορά είχε να κάνει με την ύπαρξη παθητικής ψύκτρας στα ULA του εμπορίου.

Ο Mej από την πλευρά του θυμάται ότι «Η Amstrad βασικά έλεγε: «θέλουμε να βγει αυτό το πράγμα σε παραγωγή γρήγορα και έχουμε κάποιες θεμελιώδεις απαιτήσεις». Για λόγους μάρκετινγκ, ήθελαν να έχει 64 ΚΒ μνήμη και πολλά χρώματα. Πέταξαν και μία χειροβομβίδα λέγοντας: «α, έχουμε ήδη παραγγείλει μεγάλες ποσότητες από το τάδε συστατικό, οπότε αν το χρησιμοποιήσετε θα μας κάνετε μεγάλη χάρη». Στο τέλος χρησιμοποιήσαμε αρκετά διαφορετικό σετ συστατικών, αν και λύσαμε το πρόβλημα με τους προμηθευτές, αλλάζοντας μεν τις παραγγελίες, παίρνοντας δε τα υλικά από τους ίδιους».

Το αρχικό σχέδιο με τον επεξεργαστή 6502 διέθετε μόνο τσιπάκια του εμπορίου. «Επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα διάταξης λογικών πυλών, έτσι ώστε να επιτύχουμε τη μέγιστη δυνατή λειτουργικότητα. Τοποθετώντας πολλές πύλες –1.200– σε ένα μόνο τσιπ, μπορούσαμε να έχουμε πολύ περισσότερες λειτουργίες από όσες θα μπορούσε να πετύχει το αρχικό σχέδιο. Αυτό σήμαινε πολύ καλύτερα γραφικά σε σχέση με την αρχική πλακέτα».

Βάζοντας σε τάξη τις ομάδες

Οι προθεσμίες ήταν ασφυκτικές και η ανοχή σε καθυστερήσεις μηδενική, κυρίως διότι έπρεπε να συντονιστούν και συγχρονιστούν πολλές παράμετροι στην παραγωγή. Και όλα αυτά κάτω από τον αυστηρό ετήσιο προγραμματισμό της παρουσίασης νέων προϊόντων της Amstrad.

Ο Ρόλαντ Πέρι εξιστορεί: «Έπρεπε να έχουμε ένα χρονοδιάγραμμα με βάση το Πάσχα, οπότε θα κυκλοφορούσε ο υπολογιστής. Κάτι που προϋπέθετε την ολοκλήρωση αρκετών πρωτοτύπων και το στήσιμο της γραμμής παραγωγής στο εργοστάσιο κατασκευής. Συνεπώς η κόκκινη γραμμή βρισκόταν στην πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου (του 1983), οπότε έπρεπε να πάμε στην Άπω Ανατολή και να τους δείξουμε τι θέλαμε να κατασκευάσουν».

«Ήταν μία περίοδος πολύ εντατικής εργασίας», θυμάται ο Μαρκ-Έρικ Τζόουνς. «Ζούσαμε με παγωμένες πίτσες και δουλεύαμε ως αργά το βράδυ. Αυτό γινόταν στο σπίτι που κατοικούσα τότε. Τα πάντα ήταν σχεδιασμένα στο χαρτί με μολύβι. Χτίζαμε πρωτότυπα στο δεύτερο υπνοδωμάτιο. Σύραμε τη γυναίκα μου για να κάνει τις κολλήσεις στην πρωτότυπη πλακέτα».

Η πλακέτα "Gate Array Simulator" του πρωτότυπου CPC 464 τοποθετούνταν πάνω από την μητρική και εξομοίωνε τη λειτουργία ενός και μόνο custom chip.
Η πλακέτα «Gate Array Simulator» του πρωτότυπου CPC 464 τοποθετούνταν πάνω από την μητρική και εξομοίωνε τη λειτουργία ενός και μόνο custom chip.

Η δουλειά προχώρησε γρήγορα και στα τέλη Οκτωβρίου του 1983, η Locomotive είχε στα χέρια της ένα λειτουργικό πρωτότυπο. Το ULA custom chip (διάταξης λογικών πυλών) δεν ήταν ακόμη έτοιμο. Αντί αυτού -και με βάση τα σχέδια του Mej- τοποθετήθηκε θυγατρική κάρτα με συμβατικά τσιπάκια, η οποία προσομοίωνε τη λειτουργία του ULA. Εξ ου και το όνομα «Gate Array Simulator«. Το ULA δεν επρόκειτο να ολοκληρωθεί πριν τον Φεβρουάριο του 1984. Ήδη από το Νοέμβριο του ’83 ωστόσο η πλακέτα ήταν ολοκληρωμένη και λειτουργική. Το Δεκέμβριο ολοκληρώθηκε και η BASIC, αλλά θα απαιτούνταν άλλες τέσσερις εβδομάδες δοκιμών για την αντιμετώπιση τυχόν bugs. Σε εκείνο το μεσοδιάστημα η Amstrad άρχισε να στέλνει πρωτότυπα με τη συμπληρωματική πλακέτα «Gate Array Simulator» σε διάφορες εταιρείες κατασκευής παιχνιδιών. Ο Σούγκαρ ήθελε πολλούς τίτλους διαθέσιμους την ημερομηνία λανσαρίσματος του CPC. Τουλάχιστον πενήντα!

H πρακτική αυτή αποδείχτηκε πολύτιμη για την επιτυχία του CPC. Εκείνη την εποχή οι κατασκευαστές λογισμικού και παιχνιδιών έπαιρναν στα χέρια τους τα μοντέλα μόνο όταν ήταν ολοκληρωμένα και στην εμπορική τους μορφή. Η ιδέα της έγκαιρης αποστολής κιτ ήταν των Πέρι και Πόελ. Η κίνηση αυτή ήταν ευπρόσδεκτη από τους προγραμματιστές και τους κυριότερους οίκους software. Ο Σούγκαρ θα είχε την πλούσια συλλογή παιχνιδιών που ήθελε και ακόμη περισσότερα.

Ο CPC464 θα διέθετε θύρα εκτυπωτή, αλλά όχι RS232.
Ο CPC464 θα διέθετε θύρα εκτυπωτή, αλλά όχι RS232.

Παρά τις προφυλάξεις που πήρε ο Πέρι για τυχόν διαρροές, λόγω της παράδοσης των πρωτοτύπων πολύ νωρίτερα από την ημερομηνία κυκλοφορίας, τον Ιανουάριο σημειώθηκε μία τέτοια διαρροή. Στο περιοδικό Popular Computer υπήρξε ρεπορτάζ σχετικά με έναν νέο υπολογιστή της Amstrad, ο οποίος επρόκειτο να κυκλοφορήσει την προσεχή άνοιξη με τιμή κάτω από 200 λίρες, αποτελώντας «απευθείας ανταγωνιστή του νέου Elan Enterprise 128». Το άρθρο αναφερόταν σε ένα μηχάνημα με 64 ΚΒ μνήμη και δυνατότητα επέκτασης ως τα 4 ΜΒ, το οποίο διέθετε κανονικής διάστασης πληκτρολόγιο με ξεχωριστό αριθμητικό, «παρόμοια γραφικά με του BBC Micro» και τρικάναλο ήχο οκτώ οκτάβων. Θα διέθετε παράλληλη θύρα Centronics, αλλά όχι RS232. Το ρεπορτάζ ήταν εντυπωσιακά ακριβές.

Η περιπέτεια του ULA chip

Το Μάρτιο του 1984 η Amstrad έστειλε το σετ ROM/software, πλαίσιο και πλακέτα στην εταιρεία που κατέχει τη γραμμή παραγωγής. Πρόκειται για την Orion στη Ν. Κορέα, η οποία χρεώνει 5% του κόστους για κάθε κομμάτι. Σημειωτέον ότι η Amstrad υπολόγιζε ότι με 100.000 πωλήσεις, θα μπορούσε να αποσβέσει όλα τα κόστη παραγωγής. Θεωρητικά υπήρχε χρόνος ακόμη και για βελτιώσεις της τελευταίας στιγμής. Θεωρητικά…

Ο υπολογιστής της Amstrad παρουσίαζε κάποιες ιδιομορφίες. Η θύρα για το μόνιτορ ήταν κοινή τόσο για το έγχρωμο, όσο και για το μονόχρωμο, συνδυάζοντας RGB και Component. Ταυτόχρονα έπαιρνε ρεύμα από το μόνιτορ, εκμεταλλευόμενο το τροφοδοτικό του. Αυτό σήμαινε όμως ότι ο κάτοχος του υπολογιστή περιοριζόταν στα μόνιτορ της Amstrad και δεν μπορούσε να συνδέσει τον υπολογιστή του με οθόνη άλλου κατασκευαστή.
Ο υπολογιστής της Amstrad παρουσίαζε κάποιες ιδιομορφίες. Η θύρα για το μόνιτορ ήταν κοινή τόσο για το έγχρωμο, όσο και για το μονόχρωμο, συνδυάζοντας RGB και Component. Ταυτόχρονα έπαιρνε ρεύμα από το τροφοδοτικό της οθόνης. Αυτό σήμαινε όμως ότι ο κάτοχος του CPC περιοριζόταν στα μόνιτορ της Amstrad και δεν μπορούσε να συνδέσει τον υπολογιστή του με οθόνη άλλου κατασκευαστή.

Πρακτικά, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο εμπόδιο στο «παρά πέντε». Για την κατασκευή του ολοκληρωμένου κυκλώματος Gate Array (ULA – Uncommited Logic Array) η εταιρεία του Σούγκαρ είχε απευθυνθεί στην ιστορική βρετανική κατασκευάστρια Ferranti. Όταν βγήκαν τα πρώτα ολοκληρωμένα από τη γραμμή παραγωγής διαπιστώθηκε ότι δεν λειτουργούσαν. Όχι από κατασκευαστικό σφάλμα της Ferranti, όσο γιατί με τη μέθοδο που χρησιμοποιούσε ήταν αδύνατο να υλοποιηθούν δύο από τις λειτουργίες του ULA. Οι πιθανές λύσεις ήταν ο ανασχεδιασμός του συγκεκριμένου τμήματος του ULA, μία διαδικασία ιδιαίτερα χρονοβόρα, ή η τροποποίηση της πλακέτας με χρήση επιπλέον τσιπ του εμπορίου, κάτι πολύ ακριβό. Η λύση ήρθε από τον Άλαν Σούγκαρ, όταν οι μηχανικοί βρέθηκαν στο δίλημμα. Προτίμησε να πληρώσει την Ferranti για τη δουλειά που είχε κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή και να πάει σε άλλον κατασκευαστή να φτιάξει το αρχικό ULA. Θεωρούσε ότι τα λεφτά που θα έχανε για τα προβληματικά τσιπάκια της Ferranti, θα ήταν πολύ λιγότερα από τη χασούρα που θα προκαλούσε η καθυστέρηση στο λανσάρισμα του υπολογιστή.

Την κατασκευή του ULA ανέλαβαν δύο εταιρείες, η LSI Logic και η SGS. Αν και η κατασκευή πλέον δεν παρουσίαζε προβλήματα, δημιουργήθηκε μία ακόμη καθυστέρηση περίπου δύο εβδομάδων, με τον Mej να πηγαινοέρχεται στο Μιλάνο, όπου έδρευε η SGS, για δοκιμές, τροποποιήσεις και ρυθμίσεις. Επιπλέον, χρειάστηκε και μία μικρή τροποποίηση στην μητρική πλακέτα. Αλλά όλα τελικά πήγαν καλά και δεν χρειάστηκε να μετατεθεί η ημερομηνία, ούτε κατά μία ημέρα.

TO HARDWARE TOY CPC464

Ο CPC κατασκευάστηκε από δοκιμασμένα υλικά και κάθε άλλο παρά καινοτόμο σύστημα ήταν. Αυτό άλλωστε αποτελούσε πρωταρχικό στόχο: ένα πλήρες και φθηνό desktop σύστημα για όλες τις χρήσεις.
Ξεκινώντας από τον γηραιό πλέον 8μπιτο επεξεργαστή Zilog Z80A χρονισμένο στα 4 MHz, όλα τα βασικά ολοκληρωμένα κυκλώματα προέρχονται από το εμπόριο. Στη θέση της γεννήτριας ήχου τοποθετήθηκε το τσιπάκι ΑΥ-3-8912 της General Instruments, χρονισμένο στο 1 MHz. Σε θέση ελεγκτή της οθόνης το κύκλωμα CRTC (CRT Controller) Hitachi HD6845, ενώ για το δίσκο χρησιμοποιήθηκε το Intel 8272. Της Intel ήταν και ο ελεγκτής περιφερειακών συσκευών, το PPI (Programmable Peripheral Interface) 8255.
Το μοναδικό κύκλωμα κατασκευής της Amstrad ήταν το ULI (Uncommited Logic Array) chip, γνωστό και ως Video Gate Array (σ.σ. τα αρχικά VGA δεν έχουν σχέση με την προδιαγραφή γραφικών των IBM-PC). Tο μοναδικό αυτό τσιπάκι συγκέντρωνε τις λειτουργίες του βίντεο, το συγχρονισμό μεταξύ του ελεγκτή της οθόνης και της μνήμης, την εναλλαγή σελίδων στη RAM και τη ROM, τους διακόπτες (interrupts), καθώς και την χρωματική παλέτα. Γι’ αυτήν την τελευταία διέθετε τρεις ακροδέκτες για τα βασικά χρώματα RGB (κόκκινο-κίτρινο-μπλε). Τα σήματα στους ακροδέκτες έπαιρναν τρεις τιμές. Έτσι προέκυπταν τα 27 (33) χρώματα του CPC.
Σε ό,τι αφορά την επεκτασιμότητα η Amstrad έκανε ορισμένες ιδιόμορφες επιλογές προκειμένου να περιορίσει τις επιλογές στις δικές της συσκευές. Το σύστημα έπαιρνε ρεύμα από το μόνιτορ, ενώ και η σύνδεση με αυτό ήταν ασύμβατη με άλλα μόνιτορ του εμπορίου. Η παράλληλη θύρα για τον εκτυπωτή ήταν τύπου Centronics, αλλά δεν διέθετε βύσμα Centronics. Ιδιόκτητη (proprietary) ήταν και η θύρα για το εξωτερικό FDD.
Επεξεργαστής: 8bit Zilog Z80A στα 4 MHz
Μνήμη RAM/ROM: 64 KB / 32 KB
Γραφικά: 160×200, 320×200, 640×200 pixels, παλέτα 27 χρωμάτων
Ήχος: 3 κανάλια, 8 οκτάβες
Οθόνη: μονόχρωμη (πράσινη) 12» ή έγχρωμη 14», CRT
Media: Ενσωματωμένο κασετόφωνο, 2.000 baud
Θύρες: Monitor, Audio, Εκτυπωτής, Εxpansion (bus), FDD, Joystick
OS/Εφαρμογές: AMSDOS, CP/M 2.2, Locomotive BASIC 1.0
Διαστάσεις: 57,5x17x7,5 εκατοστά

Amstrad CPC464 (advertisment)

Λανσάρισμα και ανταγωνισμός

O Amstrad CPC 464 ήταν διαθέσιμος ακριβώς την ημέρα που είχε θέσει στον προγραμματισμό ο Άλαν Σούγκαρ: 21  Ιουνίου 1984. Το αρχικό στοκ των 1.000 κομματιών μοιράστηκε σε τέσσερις αλυσίδες καταστημάτων, ενώ την ίδια ημέρα ήταν διαθέσιμοι και 18 τίτλοι παιχνιδιών. O CPC 464 διατέθηκε σε δύο επίπεδα εξοπλισμού. Το φθηνό, με το μονόχρωμο (πράσινο) μόνιτορ GT64, και τιμή 239 λίρες. Και με το έγχρωμο μόνιτορ CTM640, προς 349 λίρες. Το κυρίως σύστημα παρέμενε κοινό στις δύο εκδόσεις, με 64 ΚΒ μνήμη, ενσωματωμένο κασετόφωνο και θύρες για εκτυπωτή, εξωτερικό floppy disk drive, joystick (τύπου Atari) και ακουστικά. Οι τιμές του πολύ απλά δεν συγκρίνονται με κανένα ανταγωνιστικό σύστημα, αν του προσθέσεις μόνιτορ και κασετόφωνο. Η εφημερίδα London Evening Standard γράφει για τον CPC 464: «Μετά το Αυτοκίνητο του Λαού (VW Σκαραβαίος), ο Υπολογιστής του Λαού».

Ένας άλλος υπολογιστής που κυκλοφόρησε επίσης το 1984 με τυμπανοκρουσίες ήταν ο QL. Ο προσωπικός υπολογιστής της Sinclair, του οποίου το παράδειγμα αποτελεί τον αντίποδα της επιτυχίας του CPC. Μπορεί ο QL να ήταν ένα καινοτόμο μοντέλο (σ.σ. το πρώτο με επεξεργαστή MC68000 πριν ακόμη κι από τον Macintosh) σε αντίθεση με το συμβατικό, έως και ξεπερασμένο CPC, όμως η Sinclair έχασε δύο φορές την ημερομηνία για το λανσάρισμα, ενώ ακόμη και έξι μήνες μετά, όταν κυκλοφόρησε ο CPC, οι παραδόσεις του QL δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη και τα τεχνικά προβλήματα ήταν δεκάδες.

O Άλαν Σούγκαρ με τον Amstrad CPC464
O Άλαν Σούγκαρ με τον CPC464

Ο ειδικός Τύπος υποδέχεται θερμά τον CPC464 και μοιραία τον συγκρίνει με τον QL.

«Πιστεύω ότι κάποιοι θα χάσουν τον ύπνο τους με την Amstrad, όπως η Sinclair, η Acorn και η Commodore, ενώ οι Memotech και Enterprise/Elan θα βλέπουν εφιάλτες» (…) «Νομίζω ότι (ο CPC464) θα είναι ό,τι θα μπορούσε και έπρεπε να γίνει ο QL: ένας αχτύπητος οικιακός υπολογιστής με τεράστιες προοπτικές και ως επαγγελματικό μηχάνημα. Όλοι εκείνοι, εμού συμπεριλαμβανομένου, που είπαν ότι ο QL θα ήταν ο υπολογιστής της χρονιάς, μάλλον θα αποδειχτεί ότι ήταν κοντόφθαλμοι»

Άντι Πένελ, Popular Computing Weekly

Η γενιά του disk drive

Amstrad DD1, εξωτερικό FDD για τον CPC464
Amstrad DDI-1, εξωτερικό FDD για τον CPC464

Η Amstrad ανακοίνωσε ότι σύντομα θα προσφερόταν σε μορφή πακέτου, προς 199 λίρες, FDD 3 ιντσών και το λειτουργικό σύστημα CP/M στην έκδοση 2.2. Ήταν μεν σχετικά ξεπερασμένο εκείνη την εποχή, αλλά δεν έπαυε να αποτελεί ένα δοκιμασμένο OS με πλειάδα επαγγελματικών εφαρμογών, πολλαπλασιάζοντας τα πεδία χρήσης του υπολογιστή της Amstrad. Το εξωτερικό disk drive DDI-1 χρησιμοποιήθηκε στους CPC 464 που μπήκαν στις βιτρίνες των καταστημάτων, έχοντας φορτωμένη μία δισκέτα με τα demo των παιχνιδιών προς επίδειξη. Σύμφωνα με τον Ρόλαντ Πέρι «η απόφαση για τη διάσταση των 3 ιντσών έγινε πολύ πριν το λανσάρισμα του CPC». Εξετάστηκαν όλοι οι τύποι, ακόμη και τα microdrives της Sinclair. Ήθελαν ένα περιορισμένων διαστάσεων drive και γι’ αυτό αποκλείστηκαν οι 5,25 ίντσες. Ταυτόχρονα όμως ένα συμβατό με τον τύπο σύνδεσης και τον ελεγκτή των IBM-PC drives. Έτσι, αποκλείστηκε το ακόμη πιο σπάνιο drive των 2 ιντσών, το οποίο εξετάστηκε σοβαρά από την ομάδα σχεδιασμού. Το FDD των 3» ήταν συμβατό και ταυτόχρονα αρκετά μικρό σε συνολικό όγκο.

Το παραπάνω πακέτο ενσωματώθηκε αυτούσιο στον CPC 664 το 1985. Μαζί με την αναβαθμισμένη ROM με τη νεότερη έκδοση 1.1 της Locomotive BASIC, όπου διορθώνονταν μία χούφτα bugs που εντοπίστηκαν στην έκδοση 1.0. Το κωδικό όνομα του CPC 664 ήταν το περιπαικτικό IDIOT, από την έκφραση «Includes Disk Instead Of Tape«. Έγιναν επιπλέον κάποιες αισθητικού τύπου αλλαγές στο νέο μοντέλο, με διαφορετικό χρωματισμό και διάταξη στο πληκτρολόγιο. Ξεχωρίζουν τα ογκώδη πλήκτρα κατεύθυνσης που θύμιζαν τη χαρακτηριστική διάταξη των MSX. Ο CPC 664 κόστιζε 339 λίρες με μονόχρωμο μόνιτορ και 449 λίρες με έγχρωμο.

Ενδεχομένως να φαίνεται ότι ο Σούγκαρ στοιχημάτιζε ριψοκίνδυνα με κάποιες επιλογές του, αλλά τελικά τα κέρδισε όλα τα στοιχήματα. Για παράδειγμα την εποχή που κυκλοφόρησε το CPC 664, όλοι περίμεναν ότι φυσιολογικά θα μειωνόταν η τιμή του CPC 464. Όχι μόνο δεν συνέβη αυτό, αλλά το ίδιο το αφεντικό της Amstrad διέλυσε κάθε προσδοκία: «Δεν βλέπω κάποιο λόγο για να αλλάξει η τιμή», είπε κατά το λανσάρισμα του CPC 664. «Η όποια μείωση θα γίνει μόνο λόγω της μείωσης του κόστους των υλικών και όχι μέσω συμβιβασμών με την αγορά μας».

To FDD των 3 ιντσών μετακόμισε στη θέση του κασετοφώνου, στον CPC 664. Το "look" του πληκτρολογίου θύμιζε κάτι από MSX.
To FDD των 3 ιντσών μετακόμισε στη θέση του κασετοφώνου, στον CPC 664. Το «look» του πληκτρολογίου θύμιζε κάτι από MSX.

Ο Σούγκαρ συνέχισε να προκαλεί την τύχη. Όχι μόνο δεν προσέφερε ως έξτρα τη ROM του CPC 664 στους υφιστάμενους χρήστες του CPC 464, ούτε κάποια άλλη μέθοδο αναβάθμισης του υπολογιστή τους, αλλά δύο μήνες αργότερα παρουσίασε ένα ακόμη μοντέλο, περισσότερο ισχυρό. Ο CPC 6128 έκανε το ντεμπούτο του στη CES τον Ιούνιο του 1985. Ήταν ένα μοντέλο που επιχειρούσε να κατακτήσει και την αμερικάνικη αγορά, όπου οι απαιτήσεις ήταν διαφορετικές και μάλιστα υπήρχε η εντύπωση ότι δεν θα κυκλοφορούσε στην ευρωπαϊκή αγορά. Κι όμως το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς τον λάνσαρε και στη Μεγ. Βρετανία. Προς μεγάλη απογοήτευση των λίγων κατόχων του CPC 664, η τιμή του ήταν ακόμη χαμηλότερη (229 λίρες το μονόχρωμο μοντέλο και 399 το έγχρωμο). Και αναφερόμαστε σε ένα μοντέλο με διπλάσια μνήμη από τον 664 (αν και όχι χρήσιμη στην BASIC), επαυξημένο πακέτο λογισμικού και ακόμη νεότερη έκδοση του λειτουργικού συστήματος (CP/M Plus). Έριξε όμως παράλληλα και την τιμή του CPC 464 κάτω από τις 200 λίρες.

Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε από την αγορά, αλλά τόσο ο κόσμος όσο και ο ειδικός Τύπος, υποδέχτηκαν το νέο CPC 6128 με ανοιχτές αγκάλες: «Ο 6128 είναι το πιο ελκυστικό νέο 8μπιτο μοντέλο αυτής της χρονιάς. Οι μόνοι άνθρωποι που μπορεί να διαμαρτυρηθούν είναι εκείνοι που αγόρασαν πρόσφατα τον Amstrad 664», έγραψε ο Τζεφ Νέιλορ στο Popular Computing Weekly.

CPC-6128 (1985)
Ο CPC 6128 απέπνεε επαγγελματικό χαρακτήρα, όχι αδίκως, αφού ήταν ένα αξιοπρεπέστατο 8μπιτο σύστημα CP/M με πλούσια γκάμα επαγγελματικού λογισμικού.

H Amstrad την γλύτωσε για μία ακόμη φορά. Το 1985 έχει ήδη καθιερωθεί ως κατασκευαστής καλοφτιαγμένων υπολογιστών (σ.σ. όταν οι επιστροφές στην εγγύηση των υπολογιστών της Sinclar ήταν της τάξης 20%, στους Amstrad ήταν κάτω από 4%) και τα «φθηνιάρικα hi fi» παίζουν πολύ μικρότερο ρόλο στο μπάτζετ της. Ένα χρόνο πριν μόλις το 4% των εσόδων της προέρχονταν από τις πωλήσεις υπολογιστών. Με τον CPC 6128 το ποσοστό αυτό εκτινάχθηκε στο 66%. Η αλήθεια είναι ότι ο CPC 6128 ήταν όντως ένα διαφορετικό μοντέλο με σαφώς πιο επαγγελματικό προορισμό, σε αντίθεση με τον 464 που είχε πλέον καθιερωθεί ως υπολογιστής για παιχνίδια. Τον χαρακτήρα αυτόν τον απέπνεε από το ίδιο του το λιτό -και χωρίς περιττά χρώματα- παρουσιαστικό. Τα 128 ΚΒ της μνήμης, μαζί με την έκδοση CP/M Plus, του έδιναν άλλον αέρα στην αξιοποίηση επαγγελματικού λογισμικού. Μπορούσε και τα κατάφερε να γίνει υπολογιστής για επαγγελματίες και μικρά γραφεία.

Η εταιρεία απογειώθηκε τα επόμενα χρόνια, καθώς οι ανταγωνιστές της έφευγαν από το προσκήνιο ο ένας μετά τον άλλον. Η Acorn άρχισε να παραπαίει και κατέληξε στα χέρια της Olivetti. Ο βαρύς τίτλος των Spectrum, μαζί με το στοκ τους, περνάει από τη Sinclair στην κατοχή του Σούγκαρ για μόλις 5 εκατ. λίρες.

Amstrad PCW (1985)
Amstrad PCW. Όχι μόνο άντεξε ο συνδυασμός Z80-FDD 3», αλλά ο Σούγκαρ τον επέβαλε και στο μοναδικό επαγγελματικό σύστημα που ανταγωνίστηκε τα PC.

Ο ιδιοκτήτης της Amstrad συνεχίζει τις ριψοκίνδυνες κινήσεις, αλλά πάντα με απλό και ευφυές σκεπτικό. Εμμένει στη χρήση του ξεπερασμένου 8μπιτου Z80 και της ελάχιστα διαδεδομένης διάστασης των 3» στο floppy disk drive και παρουσιάζει ένα πλήρως επαγγελματικό μηχάνημα που σπάει ταμεία. Ο PCW θα πουλήσει πάνω από 8 εκατομμύρια κομμάτια και ήταν ο μόνος επαγγελματικός υπολογιστής που μπόρεσε να ανταγωνιστεί αξιοπρεπώς τα PC συμβατά. Και σε αυτή την αγορά όμως η Amstrad πέτυχε τζακ-ποτ το 1986, όταν παρουσίασε το πρώτο της IBM-PC/XT συμβατό. Οι πωλήσεις του Amstrad PC θα ξεπεράσουν τα 12 εκατομμύρια καθιερώντας την εταιρεία στην υπ’ αριθ. 1 κατασκευάστρια PC στην Ευρώπη.

Σε όλο αυτό το διάστημα οι πωλήσεις των CPC παραμένουν υψηλές. Ειδικά στη Γαλλία ο 8μπιτος υπολογιστής της Amstrad κατακτά την κορυφή των πωλήσεων. Θα πρέπει να φτάσει το 1990, οπότε τα PC έχουν κατακτήσει την αγορά, για να κάνει ο Σούγκαρ το πρώτο του λάθος. Επιχειρώντας να ανταγωνιστεί τη Nintendo και τη Sega, αποφασίζει να ρίξει στην αγορά μία παιχνιδομηχανή βασισμένη στο δοκιμασμένο hardware του CPC. Δίπλα στον GΧ4000 κυκλοφορούν -με την ίδια σύνθεση- νεότερες εκδόσεις του οικιακού της υπολογιστή, τα CPC Plus (464 και 6128). Και τα τρία μοντέλα αποδεικνύονται γρήγορα αποτυχημένα: είναι πολύ αργά και πολύ ξεπερασμένα για να καλύψουν τις ανάγκες των gamers. Σύντομα εγκαταλείπονται κι έτσι κλείνει ο κύκλος των CPC, μετά από έξι χρόνια και 3 εκατομμύρια πωλήσεις.

AMSTRAD CPC 464 664 6128 464+ 6128+
Κυκλοφορία 1984 1985 1990
Επεξεργαστής 8bit Zilog Z80A στα 4 MHz
Μνήμη RAM 64 KB 128 KB 64 ΚΒ 128 ΚΒ
Μνήμη ROM 32 ΚΒ 48 ΚΒ 32 ΚΒ
Γραφικά 160×200/16, 320×200/4, 640×200/2
Παλέτα 27 χρώματα 4.096 χρώματα
Ήχος 3 κανάλια, 8 οκτάβες
Media Κασέτα FDD 3» Κασέτα FDD 3»
Έκδοση CP/M 2.2 (*) 2.2 2.2 και Plus (3.0)

(*) Προαιρετικά με εξωτερικό Disk Drive 3» (DDI-1)

Amstrad CPC464 (ad)

ΠΗΓH

Mετάφραση και απόδοση από: The story of Amstrad’s amazing CPC 464 (Tony Smith, The Register)

____________________________________________________________________

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ

ppΟ Amstrad CPC 6128 ήταν ο δεύτερος υπολογιστής μου, διαδεχόμενος την άνοιξη του 1986 τον Spectrum+ που έκλεινε τότε δύο χρόνια στην κατοχή μου. Ήταν η εποχή της ωριμότητας και εκείνο το μηχάνημα που με έκανε να αποφασίσω τις σπουδές που θα ακολουθούσα. Ήταν επίσης ο πρώτος υπολογιστής που μπήκε στο υπνοδωμάτιό μου και όχι στο σαλόνι της οικογένειας! Ο CPC 6128 ήταν με απόσταση ο πιο συμφέρων από πλευράς κόστους-απόδοσης υπολογιστής που μπορούσες να αποκτήσεις στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Με πράσινο μόνιτορ κόστιζε 75.000 δραχμές, όταν ο Commodore 64 χωρίς FDD και οθόνη ήταν φθηνότερος μόλις κατά 10-15.000 δρχ.

Ο λόγος που επέλεξα το πράσινο μόνιτορ, πέρα από το ό,τι ήταν πιο φθηνό, είχε να κάνει με την ποιότητα του έγχρωμου. Έχοντας δουλέψει σε έναν CPC 464 με το CTM640, προτιμούσα να κάνω συμβιβασμό στα χρώματα, παρά στην ποιότητα. Βλέπετε, η έγχρωμη 14άρα οθόνη του Amstrad είχε ενοχλητικό φωτισμό και κάκιστη διακριτότητα, σε σημείο που να μην μπορείς να δουλέψεις στο mode 2 με το 80στηλο κείμενο. Το πράσινο GT65, χωρίς να δρέπει δάφνες, ήταν πολύ πιο ξεκούραστο και ευκρινές. Δεν ξέρω αν θα είχα ασχοληθεί τόσο πολύ με τον προγραμματισμό, αν είχα επιλέξει τελικά το έγχρωμο μόνιτορ.

Το 1987 ο CPC6128 με FDD, πράσινο μόνιτορ και στάνταρ CP/M κόστιζε μόλις 10.000 δρχ. περισσότερα από τον ακόμη πιο γηραιό και "γυμνό" Commodore 64
Το 1986 ο CPC6128 με FDD, πράσινο μόνιτορ και στάνταρ CP/M κόστιζε μόλις 10.000 δρχ. περισσότερα από τον ακόμη πιο γηραιό και «γυμνό» Commodore 64

Παρόλο που η απτή ποιότητα των πλαστικών δεν ήταν αξιομνημόνευτη, ο CPC6128 ήταν ένα αξιόπιστο και εργονομικό σύστημα. Η δε ποιότητα του πληκτρολογίου αναμφισβήτητη. Λεπτομέρειες όπως το πινακάκι με τους κώδικες των χρωμάτων στην πάνω επιφάνεια του disk drive ήταν ευπρόσδεκτες. Το ίδιο ευπρόσδεκτο ότι δεν υπήρχαν περιττά καλώδια (το σύστημα έπαιρνε ρεύμα από το μόνιτορ). Ήταν μάλιστα πολύ εύκολο να τον μεταφέρεις από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Εκείνο που δεν ξεχνιέται επίσης είναι η παρακολούθηση των τιμών των δισκετών των 3 ιντσών, διότι οι τεχνητές ελλείψεις στην αγορά μπορούσαν να ανεβάσουν απότομα την ήδη τσιμπημένη τιμή τους. Ωστόσο, στη Ελλάδα δεν αντιμετωπίσαμε το πρόβλημα άλλων χωρών στην προμήθεια δισκετών για τον CPC.

Στον 6128 τελειοποίησα τις γνώσεις μου στη BASIC (ακόμη και προγραμματίζοντας εφαρμογές για μικρές επιχειρήσεις) και έγινε ο υπολογιστής όπου γνώρισα την PASCAL και το λειτουργικό σύστημα CP/M. Σε γυμνασιακή ηλικία βέβαια, ήταν αδύνατο να κατανοήσω τη σπουδαιότητα του CP/M σε έναν home computer.

Το μηχάνημα έμεινε στα χέρια μου έως το 1992 χωρίς να παρουσιάσει το παραμικρό πρόβλημα. Ακόμη και το θορυβώδες drive της Hitachi αποδείχτηκε εξαιρετικά αξιόπιστο.
Π.Π.

Δείτε επίσης…