CTM Thorn-EMI Liberator

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ | Thorn EMI Liberator

icon COMPUTER-TOY-MHNAΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1985 – Μετά από πολύμηνη καθυστέρηση, γίνεται το επίσημο λανσάρισμα του Thorn EMI Liberator. Ένας ξεχασμένος σήμερα φορητός υπολογιστής, με πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Ο Liberator δεν ήταν ούτε ο πρώτος φορητός υπολογιστής, ούτε το πρώτο laptop. Ήταν όμως το πρώτο notebook κατασκευασμένο εξολοκλήρου στη Μεγάλη Βρετανία κι ένα από τα πρώτα παγκοσμίως. Η κύρια ιδιαιτερότητα του Liberator όμως ήταν το γεγονός ότι φτιάχτηκε από δημόσιο υπάλληλο και προοριζόταν για δημοσίους υπαλλήλους. Ήταν ο υπολογιστής που θα τους «ελευθέρωνε» από τα δεσμά της γραφειοκρατίας.

Ο Μπέρναρντ Τέρι ήταν ένας αναλυτής συστημάτων που εργαζόταν στην Κεντρική Υπηρεσία Υπολογιστών & Τηλεπικοινωνιών (Central Computer and Telecommunications Agency – CCTA) της Μεγάλης Βρετανίας. Ο άνθρωπος που θεωρείται σήμερα ο «πατέρας του βρετανικού laptop» είχε μία πολύ απλή ιδέα: να βάλει στα χέρια των συναδέλφων του στις δημόσιες υπηρεσίες τα εργαλεία επεξεργασίας κειμένου. Με δεδομένο ότι η πλειονότητα της γραφειακής εργασίας ενός δημοσίου υπαλλήλου είχε να κάνει με τη συμπλήρωση εγγράφων και αλληλογραφία, η ηλεκτρονική γραφομηχανή ήταν εκείνη την εποχή το πιο διαδεδομένο εργαλείο εργασίας. Για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες δεν θα έπρεπε απλά να υπάρχει ένας ηλεκτρονικός επεξεργαστής κειμένου, αλλά να είναι και φορητός.

Ο Τέρι έκανε δοκιμές σε πολλούς φορητούς υπολογιστές της εποχής, όμως οι περισσότεροι ανταγωνιστές ήταν είτε πολύ μεγάλοι και δύσχρηστοι, είτε πολύ μικροί και με περιορισμένη μνήμη. Οι γενικές προδιαγραφές που είχαν τεθεί ήταν ένα μηχάνημα διάστασης σελίδας Α4, βάρους όχι πάνω από 1,8 κιλά και πάχους όχι περισσότερο από 1,25 ίντσες (31 χιλιοστά). Τρία συστήματα προτάθηκαν με βάση αυτές και ήταν πρακτικά τρεις παραλλαγές του ίδιου υπολογιστή της Kyocera (Kyotronic 85). Τα Tandy TRS-80 Model 100, Olivetti M10 και NEC 8210A. Διατέθηκαν στον Τέρι από την CCTA 30.000 λίρες προκειμένου να αγοράσει και τα τρία, καθώς και μεγάλο αριθμό περιφερειακών και να ξεκινήσει τα τεστ.

Και τα τρία μοντέλα που δοκίμασε αρχικά ο Τέρι ήταν βασισμένα στο Kyotronic 85 της Kyocera. Κανένα δεν κάλυπτε τις ανάγκες του σχεδίου του.
Και τα τρία μοντέλα που δοκίμασε αρχικά ο Μπέρναρντ Τέρι ήταν βασισμένα στο Kyotronic 85 της Kyocera. Κανένα δεν κάλυπτε τις ανάγκες του σχεδίου του.

Η έρευνα ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο, κατά τη διάρκεια του 1983. Διαπιστώθηκε στην πράξη αρχική υπόθεση του Τέρι ότι θα μπορούσαν να μειωθούν σημαντικά οι χρόνοι εκτέλεσης των γραφειοκρατικών διαδικασιών. Εκείνο όμως που ταυτόχρονα διαπιστώθηκε ήταν ότι κανένας από τους τρεις υποψήφιους δεν ήταν ιδανικός για τη δουλειά. Κι αυτό διότι απαιτούσαν αρκετές γνώσεις χρήσης υπολογιστών, δεν διέθεταν τις κατάλληλες εφαρμογές και χρειαζόταν χρήση της BASIC, ενώ ταυτόχρονα η σύνδεση με εξωτερικές συσκευές -και κυρίως εκτυπωτές- δεν ήταν κι αυτή εύκολη. Μην ξεχνάμε ότι το laptop θα πήγαινε στα χέρια χιλιάδων υπαλλήλων με ελάχιστη ως καθόλου εμπειρία με υπολογιστές.

Έτσι, ο Τέρι απευθύνθηκε στους μεγαλύτερους κατασκευαστές της χώρας παρουσιάζοντας τις προδιαγραφές του. Κανένας όμως δεν ενδιαφέρθηκε να φτιάξει ένα τέτοιο σύστημα από το μηδέν. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι ενώ βρισκόμαστε δύο χρόνια μετά την παρουσίαση του IBM-PC, ακόμη η φιλοσοφία του συμβατού δεν είναι εδραιωμένη και οι περισσότεροι κατασκευαστές σχεδιάζουν υπολογιστές από μηδενική βάση. Γρήγορα, η CCTA διαπιστώνει ότι θα πρέπει να σχεδιάσει το μηχάνημα με δικούς της πόρους.

Αναζητώντας κατασκευαστή

Ο Τέρι κατάφερε να πείσει την υπηρεσία όχι μόνο να χρηματοδοτήσει και εποπτεύσει το σχεδιασμό, αλλά και να επιτρέψει στον κατασκευαστή να διαθέσει και εμπορικά το προϊόν. Έτσι, η πρόταση της CCTA έγινε πολύ πιο συμφέρουσα, αφού η εταιρεία που θα κατασκεύαζε τον υπολογιστή, όχι μόνο δεν θα επιβαρύνονταν με το κόστος της εξέλιξής του, αλλά ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε ως πελάτη το Βρετανικό Δημόσιο, χωρίς να δεσμεύεται από αυτό.

Το WorkSlate ήταν το φορητό εκείνο σύστημα πάνω στο οποίο βασίστηκε ο αρχικός σχεδιασμός του Liberator.
Το WorkSlate ήταν το φορητό εκείνο σύστημα πάνω στο οποίο βασίστηκε ο αρχικός σχεδιασμός του Liberator.

Αν και δεν είναι γνωστό σε πόσες εταιρείες απευθύνθηκε ο Τέρι, σίγουρα η ουαλική Dragon Data ήταν η πρώτη που μπήκε ενεργά στο σχεδιασμό του Liberator. Η κατασκευάστρια του Dragon 32 διέθετε δικό της τμήμα Έρευνας και Εξέλιξης (R&D), με τεχνικό διευθυντή τον Ντέρεκ Γουίλιαμς. Την εποχή εκείνη διερευνούσε τις πιθανές αγορές τις οποίες θα μπορούσε να αξιοποιήσει. Σε ένα τέτοιο διερευνητικό ταξίδι του στις ΗΠΑ, στις αρχές του 1984, ο Γουίλιαμς ήρθε σε επαφή με ένα πολύ ιδιαίτερο υπολογιστή. Ο WorkSlate της Convergent Technologies ήταν ένα Α4 laptop στα χνάρια του Epson HX-20 και βασισμένο στον επεξεργαστή Motorola 6800, πρακτικά όμως λειτουργούσε περισσότερο σαν φορητό σύστημα spreadsheet. Ο Γουίλιαμς θυμήθηκε αμέσως την προδιαγραφή της CCTA και σκέφτηκε ότι ο WorkSlate θα αποτελούσε μία ιδανική βάση για τον υπολογιστή του Τέρι.

Οι Γουίλιαμς και Τέρι συναντήθηκαν μετά την επιστροφή του πρώτου στην Μεγ. Βρετανία και παρόλο που ο Τέρι ήταν αρκετά σκεπτικιστής για το WorkSlate, τελικά συμφώνησαν ότι θα μπορούσαν με βάση αυτόν να διερευνήσουν τις πιθανές προοπτικές. Σε διάστημα τριών εβδομάδων οι δύο συνεργάτες πλέον κατέληξαν πράγματι σε μία αρχική προδιαγραφή, ώστε να ξεκινήσει ο σχεδιασμός, με βάση τον WorkSlate.

Μπέρναρντ Τέρι και Ντέρεκ Γουίλιαμς στην εκδήλωση παράδοσης των πρώτων Liberator.
Μπέρναρντ Τέρι και Ντέρεκ Γουίλιαμς στην εκδήλωση παράδοσης των πρώτων Liberator.

Ενώ ο σχεδιασμός του Liberator προχωρούσε κανονικά, η Dragon Data αντιμετώπιζε ολοένα και περισσότερα οικονομικά προβλήματα. Το κραχ του 1984 χτύπησε και την μικρή ουαλλική εταιρεία, η οποία ενώ διέθετε πολλά σχέδια στα χαρτιά, τίποτε -εκτός του Dragon 64– δεν είχε καταφέρει να μπει σε κυκλοφορία. Το τμήμα R&D θα κριθεί ασύμφωρο από τη διοίκηση της εταιρείας και θα διαλυθεί το Μάιο του 1984. Όμως, ούτε η ομάδα του Γουίλιαμς, ούτε τα δικαιώματα του Liberator δεσμεύονταν από αυτήν. Ο επικεφαλής του τμήματος σχεδιασμού της Dragon Data και οι συνεργάτες του ήταν διατεθημένοι να ολοκληρώσουν τον Liberator και σε νέα στέγη. Τη λύση θα δώσει και πάλι ο Τέρι, μέσω του οποίου έγινε η επαφή του Γουίλιαμς με τα στελέχη της πολύ μεγάλης εταιρείας ηλεκτρονικών και μουσικής -και άσχετης ως τότε με τους υπολογιστές- Thorn EMI. Για καλή τύχη η καθυστέρηση ήταν μηδαμινή. Όπως θυμάται το ο υπεύθυνος οικονομικών της ομάδας του Liberator, Τζον Πίκοκ: «ο Τέρι μας είπε για τη Thorn EMI τη Δευτέρα, συναντηθήκαμε μαζί τους Τετάρτη και είχαμε ήδη ξεκινήσει να δουλεύουμε την επόμενη Δευτέρα».

Η Thorn EMI είχε κάθε λόγο να αγκαλιάσει το πρότζεκτ. Πρώτα από όλα έδινε στην ίδια ανάσες, σε μία περίοδο οικονομικής στενότητας. Μία νέα γραμμή παραγωγής με τη χρηματοδότηση της CCTA διατηρούσε θέσεις εργασίας που μάλλον θα χάνονταν. Επιπλέον παρείχε 500.000 λίρες στα ταμεία της εταιρείας και 350.000 άμεσα με την έναρξη της παραγωγής από τις κρατικές παραγγελίες.

Αγώνας δρόμου για την κατασκευή

Αν ο Liberator είχε παραμείνει στην Dragon, τότε πιθανώς θα χρησιμοποιούνταν υπάρχουσα τεχνογνωσία, όπως για παράδειγμα το λειτουργικό σύστημα OS/9 πάνω στην πλατφόρμα του επεξεργαστή Motorola 6809. Στην Thorn EMI ωστόσο, το σύστημα άρχισε να σχεδιάζεται από την αρχή. Οι προθεσμίες ήταν ασφυκτικές, καθώς θα έπρεπε έως τον Ιανουάριο του 1985 να παραδοθούν 40 λειτουργικά μοντέλα στην CCTA. Η ομάδα επέλεξε τον ξεπερασμένο 8μπιτο επεξεργαστή Zilog Z80A, όχι μόνο γιατί αποτελούσε ασφαλή λύση, αλλά και για την πολύ χαμηλή κατανάλωσή του.

Μία από τις καινοτομίες του Liberator, η ύπαρξη θήκης για 4 μπαταρίες ΑΑ, μέσω των οποίων η αυτονομία αυξανόταν κατά 16 ώρες.
Μία από τις καινοτομίες του Liberator, η ύπαρξη θήκης για 4 μπαταρίες ΑΑ, μέσω των οποίων η αυτονομία αυξανόταν κατά 16 ώρες.

Το πρώτο σημαντικό τεχνικό στοιχείο κάθε φορητού είναι η μπαταρία. Στο μεταίχμιο των τεχνολογιών, για τον Liberator επιλέχθηκε μία πολύ αξιόλογη λύση. Επαναφορτιζόμενη μπαταρία νικελίου-καδμίου συνδυαζόταν με υποδοχή για τέσσερις αλκαλικές (ΑΑ). Η επαναφορτιζόμενη παρείχε αυτονομία 12 ωρών, ενώ ο υπολογιστής μπορούσε να δουλέψει για ακόμη 16 ώρες με τις αλκαλικές. Όπως αναφέρει ο μηχανικός hardware, Γιαν Βόζνα: «Δεν έχει σημασία πόσο καλά μπορεί να ήταν όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά. Αν δεν μπορούσες να έχεις επαρκή αυτονομία, δεν υπήρχε λύση».

Το αμέσως επόμενο στοιχείο είναι ο χώρος. Όλα τα ηλεκτρονικά θα έπρεπε να χωρέσουν σε μία πλακέτα, με το σύνολο των κομματιών να μην ξεπερνούν σε επιφάνεια μία κόλλα Α4. Το προγραμματιζόμενο τσιπ FPGA (Field-Programmable Gate Array), μέσω του οποίου εκτελούνταν η επικοινωνία της μονάδας με τις συσκευές εισόδου-εξόδου, έγινε παραγγελία από ένα εργοστάσιο ολοκληρωμένων κυκλωμάτων στις ΗΠΑ. Στις ΗΠΑ κατασκευάστηκε και το άρθρωμα για τη μνήμη RAM που τοποθετήθηκε αντιδιαμετρικά με τα υπόλοιπα ολοκληρωμένα. Το κυριότερο πρόβλημα στη φάση εξέλιξης του Liberator ήταν οι αργές -γραφειοκρατικές- διαδικασίες της υπηρεσίας CCTA που επέβλεπε και χρηματοδοτούσε το πρότζεκτ. Οι παραγγελίες από τρίτους κατασκευαστές έπρεπε να γίνουν πολύ προσεκτικά, ώστε να μη χαθεί χρόνος. Όταν για παράδειγμα ήρθαν τα τέσσερα δείγματα FPGA από τις ΗΠΑ, το πρώτο από αυτά δεν δούλεψε. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο με τα υπόλοιπα, θα χανόταν πολύτιμος χρόνος. Το συγκεντρωτικό μοντέλο της CCTA δεν βοηθούσε τα πράγματα και προκειμένου να υπάρξει ευελιξία «παρακάμψαμε κάθε κανόνα της υπηρεσίας για να τελειώσουμε στην ώρα μας», ανέφερε ο Γουίλιαμς.

Το κανονικής διάστασης μηχανικό πληκτρολόγιο ήταν επιλογή του Τέρι. Δέσποζε το μεγάλο κίτρινο πλήκτρο CMND, αντίστοιχο του αριστερού πλήκτρου στο ποντίκι.
Το κανονικής διάστασης μηχανικό πληκτρολόγιο ήταν επιλογή του Τέρι. Θα ήταν τραγικό σφάλμα αν σε έναν υπολογιστή για επεξεργασία κειμένου, τοποθετούνταν πληκτρολόγιο τύπου calculator, όπως πρότεινε η ομάδα σχεδιασμού.

Σε ό,τι αφορά το software επιλέχθηκε το λειτουργικό σύστημα CP/M ως βάση. Όμως, ο χρήστης δεν έβλεπε αυτό, παρά ένα κέλυφος με μενού, σχεδιασμένο με την συνεργασία της Digital Research. Η εφαρμογή της επεξεργασίας κειμένου σχεδιάστηκε σε C, αντί για Assembly. Η αιτία ήταν η πίεση χρόνου και κρίθηκε ότι η αύξηση του μεγέθους της εφαρμογής ήταν ανεκτή.

Ο πρωτότυπος Liberator πλήρως λειτουργικός, αλλά χωρίς πλαίσιο.
Ο πρωτότυπος Liberator πλήρως λειτουργικός, αλλά χωρίς πλαίσιο.

Σε όλη αυτήν την περίοδο, ο Μπέρναρντ Τέρι ήταν ταυτόχρονα επιβλέπων, σύμβουλος και δοκιμαστής. Ο Τέρι πήρε τις σημαντικές αποφάσεις και κατεύθυνε το σχεδιασμό. Για παράδειγμα ήταν εκείνος που, σε αντίθεση με την άποψη των μηχανικών, επέμεινε στη χρήση κλασικού μηχανικού πληκτρολογίου, αντί για τύπου calculator. Ο Τέρι είχε πάντα υπόψη του σε ποιους χρήστες απευθυνόταν ο Liberator και εμπόδισε αρκετούς πειραματισμούς, ενώ έβαλε φρένο και στις -αμφίβολης αξίας- καινοτομίες. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το πληκτρολόγιο, έπεσε στο τραπέζι η πρόταση να σχεδιαστεί ένα ειδικών λειτουργιών για να καλύπτει καλύτερα το χαρακτήρα του υπολογιστή. Άλλες προτάσεις αφορούσαν τη διάταξη και αν θα έπρεπε να ακολουθήσουν πιο σύγχρονα πρότυπα, όπως το Dvorak. Ο Τέρι ήταν εκείνος που επέμεινε ότι θα έπρεπε να παραμείνουν στο πλήρως συμβατικό QWERTY.

Η μεγάλη οθόνη αποτέλεσε κοινή επιλογή των Τέρι και Γουίλιαμς. Εκείνη την εποχή η πιο συνηθισμένη διάσταση των A4 laptop ήταν εκείνη των 40 χαρακτήρων και 8 γραμμών. Το ότι επιλέχθηκε η πολύ μεγαλύτερη μονόχρωμη LCD οθόνη, των 80×16 χαρακτήρων και ανάλυσης 480×128 pixels της Toshiba, ήταν και ο βασικός λόγος που ο Liberator απέκτησε αναδιπλούμενο σχεδιασμό (clamshell). Κάτι που τον έφερνε πολύ πιο κοντά στο σύγχρονο ορισμό του laptop.

(Σχεδόν) έτοιμος

Συνυπολογίζοντας τα προβλήματα λόγω πίεσης χρόνου για την κατασκευή του πλαισίου, ο Liberator θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα θαύμα δημιουργικού σχεδιασμού. Δεν υπήρχε καν χρόνος για να κατασκευαστούν ατσάλινα καλούπια για τη χύτευση και προτιμήθηκε το αλουμίνιο. Η τελική όμως συσκευή ήταν σχεδόν αψεγάδιαστη. Με βάρος κάτω από 2 κιλά (ακόμη και με την μπαταρία) και πάχος μόλις 3,5 εκατοστά, ο υπολογιστής ήταν πιο μοντέρνος σχεδιαστικά ακόμη και από laptop που κυκλοφόρησαν μία δεκαετία αργότερα. Τα πλαστικά ήταν καλής ποιότητας και μικρές λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα το καπάκι στις θύρες, καθιστούσαν το σύστημα ιδιαίτερα ανθεκτικό. Τόσο στον κατακόρυφο όσο και στον οριζόντιο άξονα της οθόνης ήταν τυπωμένη κλίμακα για τα έγγραφα. Υπήρχε επίσης και ρυθμιστικό αντίθεσης της οθόνης.

Γύρω από την οθόνη του Liberator ήταν τυπωμένες κλίμακες για τη μορφοποίηση του κειμένου.
Γύρω από την οθόνη του Liberator ήταν τυπωμένες κλίμακες για τη μορφοποίηση του κειμένου.

Παρόλο που οι περισσότερες επιλογές του Τέρι ήταν συντηρητικές, στον Liberator ενυπήρχαν αρκετές καινοτομίες. Όχι όλες επιτυχημένες.

Το σημαντικότερο σφάλμα του Liberator αφορούσε τις θύρες για τα περιφερειακά. Αντί των συνηθισμένων προτύπων Centronics και RS232 για την παράλληλη και σειριακή θύρα αντίστοιχα, προτιμήθηκε η ιδιότυπη μορφή -και μόνο για τη Μεγ. Βρετανία- S5/8 (Serial 5 Volts/8 pins). Μία πιο απλοποιημένη εκδοχή του RS232, ιδανικό για φορητές συσκευές, το οποίο προτάθηκε από το Βρετανικό Ίδρυμα Προτύπων (BSI – British Standards Institution) στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ένα πρότυπο που, αναμενόμενα, δεν έγινε αποδεκτό από τους κατασκευαστές περιφερειακών με αποτέλεσμα να υιοθετηθεί σε ελάχιστα μοντέλα της βρετανικής βιομηχανίας υπολογιστών. Μεταξύ αυτών και το Liberator.

Στο πίσω μέρος του RAM pack, ο διακόπτης προστασίας των δεδομένων του.
Στο πίσω μέρος του RAM pack, ο διακόπτης προστασίας των δεδομένων του.

Εξαιρετικά λειτουργική από την άλλη πλευρά ήταν η τοποθέτηση και χρήση της κεντρικής μνήμης. Η RAM χωριζόταν σε δύο «τράπεζες» (banks). Την bank A των 40 KB και την bank B των 24 KB. Υπήρχαν 8 KB επιπλέον στην πλακέτα για χρήση από το σύστημα, αλλά ο διαθέσιμος χώρος για το χρήστη ήταν 64 KB. Με ένα πλήκτρο στο πίσω μέρος του Liberator μπορούσε ο χρήστης να διατηρήσει σε προστατευμένη μορφή τα δεδομένα της bank B, τροφοδοτούμενα από την μπαταρία. Όπως περίπου σε μία δισκέτα, λειτουργώντας σαν RAM drive. Ακόμη κι αν αφαιρούνταν η εσωτερική μπαταρία, τα δεδομένα στη μνήμη παρέμεναν προστατευμένα για έως και 500 ώρες, χάρη στην ύπαρξη μίας επιπλέον μπαταρίας-«κουμπί», γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Δεν διέθεταν όλα τα Liberator bank B. Το βασικό μοντέλο είχε μόνο τα 40 KB της bank A. Και τα δύο ωστόσο διέθεταν θύρα (bank C) για το έξτρα πακέτο εξωτερικής μνήμης 24 KB, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επίσης σαν RAM drive, τροφοδοτούμενο από την μπαταρία.

Στις 21 Φεβρουαρίου του 1985 παραδίδονται τα πρώτα 70 συστήματα προς δοκιμή. Τα χρονοδιαγράμματα τηρήθηκαν στο έπακρο κι αν μία απεργία στο εργοστάσιο παραγωγής δεν ανάγκαζε την ομάδα εξέλιξης να συναρμολογήσει τα πρωτότυπα στο χέρι, ο υπολογιστής θα είχε παραδοθεί κανονικά τον Ιανουάριο. Είχε προηγηθεί η επίσημη ανακοίνωση του υπολογιστή από την EMI, με τίτλο MAT (Management Aid Tool). Το πότε και πώς πήρε το τελικό όνομα Liberator παραμένει ασαφές.

Εργονομική λεπτομέρεια: το καπάκι που κάλυπτε τις θύρες εισόδου/εξόδου γινόταν ταυτόχρονα και στήριγμα της οθόνης
Εργονομική λεπτομέρεια: το καπάκι που κάλυπτε τις θύρες εισόδου/εξόδου γινόταν ταυτόχρονα και στήριγμα της οθόνης

Οι παρατηρήσεις που έγιναν από όσους δοκίμασαν τον Liberator είχαν να κάνουν περισσότερο με κατασκευαστικές ατέλειες. Ο Τέρι είχε πολύ έγκαιρα δώσει έξι πρωτότυπα σε συγκεκριμένους συναδέλφους του και ήδη κατέγραφε τη λίστα των προτάσεών τους. Δεν υπήρξαν αρνητικά σχόλια, ούτε για το λογισμικό, ούτε για το hardware. Το ίδιο και ο ειδικός Τύπος σχολίασε αρνητικά κάποιες ατέλειες στο φινίρισμα, συγκρίνοντας τον υπολογιστή με ιαπωνικά αντίστοιχα μοντέλα. Αρνητικά σχόλια συγκέντρωσε και η οθόνη LCD για τη χαμηλή διακριτότητα σε συνθήκες έντονου φωτός. Όμως αυτό το φαινόμενο ήταν τυπικό σε όλες τις οθόνες LCD της δεκαετίας του ’80.

Η εταιρεία υποσχέθηκε ότι έως το Μάιο θα ήταν διάθεσιμη και η εμπορική εκδοχή του. Αλλά η υπόσχεση αυτή αποδείχτηκε υπερβολικά αισιόδοξη. Η ειρωνία είναι ότι για την αδυναμία τήρησης των προθεσμιών ευθυνόταν η ίδια η Thorn EMI, καθώς η διοίκηση δεν πίστευε ότι η ομάδα σχεδιασμού θα τηρούσε τις προθεσμίες της. Η απεργία στο εργοστάσιο παραγωγής κράτησε λίγο και δεν αποτέλεσε τελικά εμπόδιο. Παρόλο όμως που τα στελέχη της εταιρείας είχαν ενημερωθεί ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον 16 εβδομάδες από την κατασκευή των πρώτων κομματιών έως την έναρξη της μαζικής παραγωγής, το είχαν αγνοήσει. Ένα αναπάντεχο πρόβλημα με το στατικό ηλεκτρισμό που επηρέαζε τη λειτουργία του υπολογιστή, προκάλεσε μία ακόμη καθυστέρηση λίγων εβδομάδων για να διορθωθεί. Έτσι χάθηκε η προθεσμία και του Μαΐου και του Ιουνίου για την παράδοση των Liberator.

Το επίσημο λανσάρισμα του Liberator θα καθυστερήσει άλλους δύο μήνες και τελικά το μηχάνημα δεν θα φτάσει πριν τον Σεπτέμβρη του 1985 στις βιτρίνες των καταστημάτων. Η διάθεση στις υπηρεσίες του Δημοσίου έχει ξεκινήσει λίγο νωρίτερα. Από αυτό το σημείο και μετά, σχεδόν όλα θα πάνε στραβά…

Liberator και ανταγωνισμός

Για να αξιολογήσουμε τον Liberator θα πρέπει να τον τοποθετήσουμε ανάμεσα στον ανταγωνισμό του. Και η αλήθεια είναι ότι ο υπολογιστής του Μπέρναρντ Τέρι υπήρξε μοναδικός.

Το μόνο άμεσα συγκρίσιμο μοντέλο της αγοράς, το 1985, ήταν ο Bondwell Model 2.
Το μόνο άμεσα συγκρίσιμο με τον Thorn-EMI Liberator, μοντέλο του 1985, ήταν ο Bondwell Model 2.

Σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα από τον Liberator κυκλοφόρησε ο HP-110. Το πρώτο 16μπιτο laptop της αγοράς, με επεξεργαστή Intel 8086 κι εντυπωσιακές προδιαγραφές για το μέγεθός του (270 KB μνήμη RAM, το Lotus 1-2-3 στη ROM, bitmap γραφικά κ.α.). Τα δύο συστήματα συγκρίνονται μόνο ως προς το μέγεθος, με τον HP-110 όμως να έχει σχεδόν το τριπλάσιο βάρος και επίσης τριπλάσια τιμή. Επίσης 16μπιτο -το πρώτο φορητό IBM-PC συμβατό της Kaypro- και με κοινή φιλοσοφία σχεδιασμού ήταν το Kaypro 2000, το οποίο κυκλοφόρησε την ίδια εποχή με το Liberator. Κι αυτό ένα πλήρες PC, όπως ο HP-110, αλλά με αρκετά συγκρατημένη τιμή. Ζύγιζε ωστόσο, ούτε λίγο, ούτε πολύ, 5 κιλά.

Το μόνο ίσως άμεσα συγκρίσιμο μοντέλο ήταν ο -κατασκευής Χονγκ Κονγκ- Bondwell Model 2. Ένα σύστημα επίσης με συνδυασμό Zilog Z80-CP/M και κοινή φιλοσοφία σχεδιασμού. Κι αυτό όμως ήταν πολύ βαρύτερο (5 κιλά) και με διπλάσια τιμή.

Σε σχέση με όλους τους παραπάνω, ο Liberator υστερούσε σε ένα σημείο. Το πιο κρίσιμο: Δεν ήταν υπολογιστής γενικής χρήσης. Αυτό και μόνο καθόρισε και την πορεία του στην αγορά.

Thorn-EMI Liberator

Από την επιτυχία στη λήθη…

Η τύχη του ξεχασμένου σήμερα Liberator θα κριθεί από έναν συνδυασμό παραγόντων. Όλων αρνητικών για το δημιούργημα του Μπέρναρντ Τέρι.

Πρώτα από όλα η διάθεση του Liberator στις υπηρεσίες του βρετανικού κράτους δεν γίνεται οργανωμένα και με κάποιο κεντρικό σχέδιο. Οι παραγγελίες επαφίενται στην κρίση των προϊσταμένων των τμημάτων και επιβαρρύνουν τους προϋπολογισμούς της εκάστοτε υπηρεσίας. Οι τιμές διάθεσης εσωτερικά είναι 567 λίρες για το βασικό μοντέλο με τα 24 KB και 640 λίρες για την έκδοση με τα 64 ΚΒ. Οι αρχικοί υπολογισμοί της υπηρεσίας HSMO (Her Majesty’s Stationery Office) που αναλαμβάνει να τα διαθέσει είναι ότι μέσα στο 1985 θα απορροφηθούν 6.000 κομμάτια και άλλα 10.000 το 1986. Οι αριθμοί αυτοί αποδεικνύονται χιμαιρικοί. Ακόμη και η επιλογή της HSMO, που διανέμει όλα τα αναλώσιμα (σ.σ. έως και τις πινέζες) στις υπηρεσίες του βρετανικού κράτους, ως φορέας διάθεσης του Liberator είναι πέρα για πέρα λανθασμένη.

Η εφαρμογή επεξεργασίας κειμένου του Liberator ήταν ένα θαύμα απλότητας. Η LCD οθόνη ήταν αρκετά μεγάλη, αλλά έπασχε όπως όλες από κακή διακριτότητα σε συνθήκες έντονου φωτός.
Η εφαρμογή επεξεργασίας κειμένου του Liberator ήταν ένα θαύμα απλότητας. Η LCD οθόνη ήταν αρκετά μεγάλη, αλλά έπασχε -όπως όλες της εποχής- από κακή διακριτότητα σε συνθήκες έντονου φωτός.

Οι στενοί προϋπολογισμοί των υπηρεσιών και τα «στενά» μυαλά των περισσότερων διοικήσεων περιορίζουν τη διάθεση του Liberator σε μερικές εκατοντάδες κομμάτια. Παρόλο που οι εντυπώσεις όσων δούλεψαν με το μηχάνημα είναι μόνο θετικές, ο υπολογιστής δεν υιοθετείται μαζικά και οργανωμένα. Γίνεται αγαπητός από λογιστές και υπαλλήλους που μετακινούνται συχνά. Ο αναπληρωτής διευθυντής του τομέα υλικού της HSMO, ο οποίος είχε αναλάβει την διάθεση του Liberator, Ρεγκ Γουόκερ, θυμάται ότι ο υπολογιστής έγινε δημοφιλής στους σχολικούς επιθεωρητές: «Οι επιθεωρητές ταξιδεύουν πολύ και μου ανέφεραν ότι μπορούσαν για πρώτη φορά να δουλέψουν αποτελεσματικά και κατά τις μετακινήσεις τους με τρένο». Οι λίγοι σχετικά υπάλληλοι που απέκτησαν τον Liberator είχαν ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα. Χωρίς να πληρώσουν δεκάρα, μπήκε στο σπίτι τους ένας υπολογιστής και για χρήση πέρα από στενά υπηρεσιακή.

Στην μαζική αγορά τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Παρόλο που δεν διαφημίστηκε ως word processor, ο Liberator δεν ήταν τίποτε περισσότερο από αυτό. Ο Τέρι είχε σχεδιάσει ένα σύστημα που κάλυπτε με πολύ μεγάλη επιτυχία τις απαιτήσεις αλλά και το τυπικό επίπεδο κατάρτισης ενός δημοσίου υπαλλήλου. Όμως η καταναλωτική αγορά ήταν μία εντελώς διαφορετική υπόθεση, την οποία όφειλε η Thorn EMI να αντιληφθεί σωστά, ώστε να μπορέσει ο Liberator να πετύχει σε ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό και σύνθετο περιβάλλον.  Όλες οι παρουσιάσεις στον ειδικό Τύπο καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: το σύστημα πλοήγησης και  η εφαρμογή επεξεργασίας κειμένου είναι άριστα τόσο στην ευκολία χρήσης, όσο και στην αποτελεσματικότητα. Πέραν τούτου ουδέν. Οι 750 ως 850 λίρες που κοστίζει η εμπορική έκδοση μπορεί να τον καθιστούν προσιτό, όμως δεν παύει να είναι ένα μηχάνημα αποκλειστικά για επεξεργασία κειμένου και η συνδεσιμότητά του περιορίζεται πρακτικά μόνο στον εκτυπωτή. Ο υπολογιστής διαθέτει μεν λειτουργικό σύστημα CP/M, αλλά ο κάτοχός του δεν έχει πρόσβαση σε αυτό. Το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα laptop εκείνης της εποχής είναι απαιτητικό, κατά βάση επαγγελματικό και με κάποια σχετική εμπειρία στη χρήση υπολογιστή. Το Liberator δεν προσφέρει ούτε καν τη στοιχειώδη παραμετροποίηση και λογισμικό γι’ αυτόν πολύ απλά δεν υπάρχει. Οι αγοραστές ήθελαν ένα φορητό PC και ο Liberator ήταν μία ελαφριά ηλεκτρονική γραφομηχανή.

Amstrad PCW (1985)
O Liberator είχε την ατυχία να βρεθεί απέναντι στο πιο επιτυχημένο μοντέλο υπολογιστή της Amstrad. Τον PCW είχε τον ίδιο ρόλο, ήταν όμως φθηνότερος, πληρέστερος και ισχυρότερος.

Ακόμη όμως κι αν είχε λανσαριστεί αποκλειστικά σαν φορητός επεξεργαστής κειμένου -όπως έπρεπε- η χρονική συγκυρία ήταν εξαιρετικά αρνητική. Τον ίδιο ακριβώς μήνα, η Amstrad λάνσαρε το πιο επιτυχημένο προϊόν της στο χώρο των υπολογιστών. O PCW 8256 ήταν κι αυτός ένας υπολογιστής σχεδόν αποκλειστικά για επεξεργασία κειμένου, μόνο που δεν ήταν φορητός. Με τιμή όμως μόλις 450 λιρών, ο κάτοχός του αποκτούσε ένα πληρέστατο μηχάνημα με μόνιτορ, disk drive και εκτυπωτή, αλλά και υπερπολλαπλάσια μνήμη 256 KB. Να σημειωθεί ότι το καλοκαίρι του 1985 άρχισε η θεαματική μείωση του κόστους στα τσιπάκια μνήμης, με αποτέλεσμα τα 64 KB του Liberator να φαντάζουν πολύ λίγα ως το τέλος της χρονιάς. Επιπλέον, ο PCW διέθετε στη βασική του σύνθεση μία γκάμα εφαρμογών γραφείου που τον καθιστούσε πολύ πληρέστερο. Η Amstrad γνώριζε πολύ καλύτερα τι ήταν το σύστημά της και σε ποιον απευθυνόταν. Πολύ γρήγορα υποστηρίχθηκε και με πληθώρα λογισμικού. Ο Liberator δεν θα μπορούσε συνεπώς να έχει καμία απολύτως τύχη απέναντι στον PCW.

Σα να μην έφτανε η αδιαφορία της Thorn EMI, ήρθαν να προστεθούν και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε μετά την εξαγορά της Inmos, τον Αύγουστο του 1984. Της εταιρείας που κατασκεύαζε το πολυδιαφημισμένο για τα χαρακτηριστικά του, αλλά τελικά αποτυχημένο επεξεργαστή, Transputer. Η ομάδα του Γουίλιαμς ασχολούνταν ολοένα και λιγότερο με τον Liberator και την εξέλιξή του, έχοντας φορτωθεί με πολυάριθμα άλλα πρότζεκτ. Ανάμεσα στ’ άλλα, μέσα στο 1986 η γραμμή παραγωγής του Liberator μετακινήθηκε σε άλλο εργοστάσιο. Ουδέποτε όμως κατάφερε να ανέλθει σε ικανοποιητικά επίπεδα, ούτε ποιότητας, ούτε ποσότητας.

Οι Liberator 1A και 2 έμειναν στα χαρτιά.
Οι Liberator 1A και 2 έμειναν στα χαρτιά.

Ο Liberator θα παραμείνει σε κυκλοφορία ακριβώς ένα χρόνο. Πριν το Σεπτέμβριο του 1986, οπότε θα σταματήσει να παράγεται, το μόνο που συμβαίνει στην εξέλιξή του είναι η ανακοίνωση των προδιαγραφών δύο νέων μοντέλου που όμως δεν θα ολοκληρωθούν ποτέ. Πρόκειται για τα Liberator 1A και 2. Και οι δύο εκδόσεις θα διέθεταν επεξεργαστή Hitachi HD64180, δηλαδή μία έκδοση του Z80 (Super Z80) χρονισμένη στα 6 MHz και ταχύτητα 50% μεγαλύτερη από τον Z80A του απλού Liberator. Από εκεί και μέρα, ο μεν θα ήταν μία αναβαθμισμένη έκδοση του απλού Liberator με 96 KB μνήμη RAM και τριπλάσια ROM, όπου θα ήταν αποθηκευμένες επιπλέον εφαρμογές γραφείου, καθώς και μία βελτιωμένη εκδοχή του αρχικού word processor (με εργαλεία για υποσημειώσεις, παραπομπές και μορφοποίηση κειμένου). Ο δε Liberator 2 θα ήταν ένα εντελώς ανασχεδιασμένο σύστημα, με πλήρους διάστασης οθόνη 80×25 χαρακτήρων, 256 KB μνήμη RAM, ενσωματωμένο μόντεμ και συμβατικές θύρες Centronics και RS232.

THORN EMI LIBERATOR

Επεξεργαστής: 8 bit Zilog Z80A στα 4 MHz
Μνήμη RAM/ROM: 48 ή 72 KB / 32 KB
Γραφικά: Κείμενο 80×16, 480×128 pixels, μονόχρωμα
Οθόνη: Μονόχρωμη LCD
Πληκτρολόγιο: μηχανικό QWERTY, 62 πλήκτρων
Media: RAM drive
Θύρες: RAM port, 2x S5/8 (σειριακή), Expansion
OS/Εφαρμογές: CP/M
Μπαταρία: 4x AA/ΝιCad (αυτονομία 16/12 ωρών)
Διαστάσεις: 29,5×25,2×3,5 εκατοστά
Βάρος: 1,7 κιλά (χωρίς μπαταρίες)

WorkSlate Το πρότυπο του Liberator

Convergent Tech WorkSlate (1982)
Convergent Tech WorkSlate (1982)

Η φιλοσοφία του Liberator βασίστηκε σε εκείνη του WorkSlate. Ένας πολύ ειδικός φορητός υπολογιστής της Convergent Technologies, ο οποίος κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ την ίδια εποχή με τον Tandy TRS-80 Model 100. Το WorkSlate στόχευε στον επαγγελματία που μετακινούνταν συχνά και δεν ήθελε να μάθει τη χρήση υπολογιστών. Ένα κλειστό σύστημα με τα απολύτως απαραίτητα γι’ αυτήν ακριβώς τη χρήση. Πέρα από την εφαρμογή λογιστικού φύλλου (Spreadsheet), ο υπολογιστής δεν μπορούσε να δεχτεί άλλο λογισμικό, ούτε υπήρχε δυνατότητα προγραμματισμού.

Από εκεί και πέρα όμως, ο WorkSlate ήταν ένα προσεγμένο στις λεπτομέρειες σύστημα και γι’ αυτό εντυπωσίασε τον Ντέρεκ Γουίλιαμς όταν ήρθε σε επαφή μαζί του. Η εφαρμογή Spreadsheet ήταν απλοϊκή και αποτελεσματική, αν και λόγω αδυναμίας αύξησης της μνήμης RAM, περιοριζόταν στα 720 κελιά. Πέρα όμως από αυτήν, ο υπολογιστής διέθετε εργαλεία που τον καθιστούσαν ένα πλήρες ηλεκτρονικό organizer: τηλεφωνικές επαφές, σημειωματάριο και calculator. Ενσωμάτωνε μόντεμ και κασετόφωνο, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για ηχητικές σημειώσεις/υπενθυμίσεις. Το πληκτρολόγιο, αν και λαστιχένιο, ήταν υπερπλήρες με 5 πλήκτρα ειδικής χρήσης και ξεχωριστό αριθμητικό,

Η τύχη του WorkSlate στην αμερικάνικη αγορά, ήταν παρόμοια με εκείνη του Liberator στη Μεγ. Βρετανία. Παρόλο που ήταν ένα έξυπνα σχεδιασμένο μηχάνημα, απέτυχε να δημιουργήσει μία νέα αγορά. Ελάχιστοι ήταν διατεθημένοι να πληρώσουν σχεδόν 900 δολάρια για μία «ενισχυμένη» ηλεκτρονική ατζέντα. Η Convergent υπολόγιζε 200.000 πωλήσεις, αλλά τελικά αυτές δεν ξεπέρασαν τις μόλις 5.000. Όταν διακόπηκε η παραγωγή του, το καλοκαίρι του 1984, η εταιρεία βρέθηκε ζημιωμένη κατά 15 εκατ. δολάρια.

CONVERGENT TECH WORKSLATE

Επεξεργαστής: 8bit Hitachi 6303 (CMOS MC6800) στα 1,2 MHz
Μνήμη RAM/ROM: 16 KB / 64 KB
Οθόνη: Μονόχρωμη LCD, 46×16 χαρακτήρων
Πληκτρολόγιο: Λαστιχένιο 61 πλήκτρων, 5 F-keys, αριθμητικό
Media: Μικροκασέτες (ενσωματωμένο κασετόφωνο)
Θύρες: RJ-11 (modem 300 baud), Παράλληλη
OS/Εφαρμογές: Spreadsheet
Διαστάσεις: 28×21,5×2,5 εκατοστά
Βάρος: 1,5 κιλά

ΠΗΓΗ